Γιατί η Ελλάδα αντέχει περισσότερο από την ευρωζώνη – Η Ελλάδα μειώνει χρέος όταν η Ευρώπη βυθίζεται στα ελλείμματα
Μέσα στο νέο γεωπολιτικό σοκ που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και τις αυξανόμενες ανησυχίες για ενέργεια, πληθωρισμό και διεθνή επιβράδυνση, η ελληνική οικονομία εμφανίζει δύο κρίσιμα πλεονεκτήματα που λειτουργούν ως «γραμμή άμυνας» απέναντι στην αβεβαιότητα: ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την υπόλοιπη Ευρώπη και επιθετική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους μέσω υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.
Οι νέες εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν αποτυπώνουν καθαρά ότι, παρά το βαρύ διεθνές κλίμα και το ενεργειακό κόστος που προκαλεί η κρίση στο Ιράν, η Ελλάδα συνεχίζει να κινείται σε διαφορετική τροχιά σε σχέση με την υπόλοιπη ευρωζώνη.
Η Κομισιόν αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις για την οικονομία της Ευρώπης εξαιτίας της γεωπολιτικής έντασης και των πιέσεων στην ενέργεια, ωστόσο η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει σαφώς καλύτερες επιδόσεις τόσο στην ανάπτυξη όσο και στα δημόσια οικονομικά.
Για το 2026 η ανάπτυξη στην Ελλάδα τοποθετείται στο 1,8% και για το 2027 στο 1,6%, επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης. Την ίδια στιγμή, η οικονομία της ευρωζώνης κινείται πλέον οριακά πάνω από τη στασιμότητα, με ανάπτυξη μόλις 0,9% και νέες καθοδικές αναθεωρήσεις.
Η εικόνα αυτή ενισχύει το αφήγημα οικονομικής ανθεκτικότητας που επιχειρεί να χτίσει η Αθήνα απέναντι σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, ενεργειακής αβεβαιότητας και γεωπολιτικού ρίσκου.
Η μεγάλη διαφορά Ελλάδας-Ευρώπης βρίσκεται στο χρέος
Το δεύτερο και ίσως σημαντικότερο «όπλο» της ελληνικής οικονομίας είναι η ταχύτητα με την οποία μειώνεται το δημόσιο χρέος, σε μια περίοδο όπου οι περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες επιστρέφουν σε τροχιά δημοσιονομικής επιδείνωσης.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν, η Ελλάδα θα συνεχίσει να εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα και τα επόμενα χρόνια, διατηρώντας θετικό δημοσιονομικό ισοζύγιο, την ώρα που τα ελλείμματα στην ΕΕ και στην ευρωζώνη διευρύνονται ξανά.
Το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης στην Ελλάδα προβλέπεται στο 0,8% του ΑΕΠ το 2026 και στο 0,6% το 2027, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη τα δημοσιονομικά ελλείμματα ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ.
Αυτή η διαφορά επιτρέπει στην Αθήνα να συνεχίσει την επιθετική στρατηγική απομείωσης του χρέους, κάτι που μεταφράζεται σε καλύτερη εικόνα στις αγορές, χαμηλότερο κόστος δανεισμού και αυξημένα περιθώρια άμυνας απέναντι σε διεθνείς κρίσεις.
Το ελληνικό δημόσιο χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει από το 146,1% του ΑΕΠ το 2025 στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027. Την ίδια ώρα, το χρέος στην ΕΕ και στην ευρωζώνη ακολουθεί αντίστροφη πορεία και αυξάνεται σταθερά.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Ελλάδα ετοιμάζεται να χάσει φέτος τον τίτλο της πιο υπερχρεωμένης χώρας της ευρωζώνης, με την Ιταλία να περνά στην πρώτη θέση σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής.
Το στοίχημα της Αθήνας απέναντι στο νέο κύμα αβεβαιότητας
Η κυβέρνηση βλέπει στις προβλέψεις της Κομισιόν μια έμμεση επιβεβαίωση ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει μεγαλύτερες αντοχές απέναντι στο νέο διεθνές κύμα αβεβαιότητας που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Το μεγάλο ζητούμενο πλέον είναι αν η χώρα θα καταφέρει να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς επενδύσεων και τουριστικών εισροών σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων και πιθανών νέων ανατιμήσεων στην ενέργεια.
Στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν κρίσιμο ότι η Ελλάδα εισέρχεται στη νέα φάση αναταράξεων με ισχυρότερη δημοσιονομική εικόνα, καλύτερες αξιολογήσεις από τις αγορές και σαφώς χαμηλότερο ρίσκο σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις.
Ο στρατηγικός στόχος παραμένει η μείωση του χρέους κάτω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029, εξέλιξη που θα μπορούσε να αλλάξει οριστικά το επενδυτικό προφίλ της χώρας και να ενισχύσει περαιτέρω την ανθεκτικότητα της οικονομίας απέναντι σε εξωτερικά σοκ.
Διαβάστε επίσης: ΔΝΤ προς Ευρώπη: Χωρίς αλλαγές το χρέος θα φτάσει στο 130% του ΑΕΠ







Μ.Η.Τ. 242183