Ο Αλέξης Παπαχελάς, μέσα από πρόσφατο το άρθρο του στην Καθημερινή με τίτλο «Το ξαναγράψιμο της Ιστορίας», ζητά από τον Αλέξη Τσίπρα να προβεί σε ουσιαστική αυτοκριτική και να απαντήσει με ειλικρίνεια σε βασικά, αμείλικτα ερωτήματα που άφησε πίσω του το καλοκαίρι του 2015, την περίοδο της κορύφωσης της οικονομικής κρίσης και της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές.
Συγκεκριμένα, του θέτει τα εξής κρίσιμα ερωτήματα:
- Γιατί επέλεξε να ανέλθει στην εξουσία πρόωρα, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, τη στιγμή που η οικονομία έδειχνε σημάδια ανάκαμψης και θα μπορούσε να παραλάβει μια πιο «κανονική» χώρα αν περίμενε.
- Γιατί εμπιστεύτηκε συμβούλους με ανεπαρκή τεχνοκρατικά προσόντα, όπως τον Γιάνη Βαρουφάκη και άλλους, αποκλείοντας σοβαρούς και επαρκείς ειδικούς, με αποτέλεσμα να ληφθούν επιζήμιες αποφάσεις.
- Αν θα μπορούσε να είχε επιτύχει καλύτερη συμφωνία με τους δανειστές, αν είχε διαπραγματευτεί με σοβαρότητα και σχέδιο, χωρίς να δοκιμάσει τη θεωρία παιγνίων του Βαρουφάκη και χωρίς τις ακρότητες που τελικά οδήγησαν τη χώρα σε οριακές καταστάσεις.
- Αν υπήρχε άλλη πορεία, λιγότερο καταστροφική, από το δραματικό εξάμηνο του 2015, που τελικά λειτούργησε ως «φροντιστήριο» για την ελληνική κοινωνία, απομυθοποιώντας τις εύκολες λύσεις και τη ρητορική της σύγκρουσης με την Ευρώπη.
Ο διευθυντής της Καθημερινής υποστηρίζει ότι το ξαναγράψιμο της Ιστορίας έχει νόημα μόνο αν συνοδεύεται από ειλικρίνεια και αυτοκριτική, όχι από προσπάθειες αυτοδικαίωσης. Ουσιαστικά, ζητά από τον Τσίπρα να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του και να απαντήσει στις ιστορικές ευθύνες που προκύπτουν από τη διακυβέρνησή του εκείνη την κρίσιμη περίοδο.
Ακολουθεί το άρθρο του Αλέξη Παπαχελά στην Καθημερινή.
Η συζήτηση για το τι συνέβη το καλοκαίρι του 2015 ξεκίνησε και οι πρωταγωνιστές επιχειρούν να διαμορφώσουν τη δική τους ιστορική «αλήθεια». Θεμιτό και απαραίτητο.
Πολλά είναι, όμως, ακόμη τα αναπάντητα ερωτήματα. Ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να απαντήσει σε μερικά.
Βασικό ερώτημα, κατά πόσον βιάστηκε να ανέβει στην εξουσία εκμεταλλευόμενος την αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Δύο πράγματα θα είχαν συμβεί αν δεν είχε βιαστεί. Η οικονομία θα είχε πάρει τα πάνω της, καθώς είχαν φανεί τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης και ανάκτησης εμπιστοσύνης από την πλευρά των ξένων επενδυτών. Και η κυβέρνηση Σαμαρά θα είχε αναγκαστεί να πάρει τα μέτρα του περίφημου email Χαρδούβελη και να ολοκληρώσει την αξιολόγηση. Ο κ. Τσίπρας θα είχε παραλάβει, το πολύ ένα χρόνο αργότερα, μία πολύ πιο κανονική χώρα.
Ένα δεύτερο ερώτημα είναι γιατί εμπιστεύθηκε αυτούς που εμπιστεύθηκε για να τον συμβουλεύουν και να συναποφασίζουν στην πιο μεγάλη μεταπολεμική κρίση της ελληνικής οικονομίας, αγνοώντας τους ανθρώπους που αργότερα αποδείχθηκαν τεχνοκρατικά πολύ επαρκείς, αλλά τότε μισούσε ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και τον Σόιμπλε. Δεν εννοώ μόνο τον κ. Βαρουφάκη, αλλά και τους διαφόρους Αμερικανούς γκουρού, οι οποίοι είχαν ήδη παίξει τον καταστροφικό τους ρόλο σε προηγούμενο επεισόδιο, όταν συμβούλευαν τον Γ. Παπανδρέου να προσφύγει στο ΔΝΤ, να «σβήσει» το χρέος και να μη λάβει μέτρα τους πρώτους κρίσιμους μήνες. Ηταν οι ίδιοι που έπαιζαν ρόλο άτυπου συμβούλου μέχρι και τις παραμονές του δημοψηφίσματος.
Άλλο ερώτημα είναι κατά πόσον θα είχε εξασφαλίσει μια καλύτερη συμφωνία με τους δανειστές, σε σχέση με την επαχθή στην οποία κατέληξε, αν είχε αποφύγει να δοκιμάσει στην πράξη τη θεωρία παιγνίων του κ. Βαρουφάκη. Οι Γερμανοί, αλλά και τμήμα της κυβέρνησης Ομπάμα, έβλεπαν τότε με σχετική συμπάθεια τον κ. Τσίπρα γιατί είχαν αγοράσει το επιχείρημα ότι (α) θα ξήλωνε τους πυλώνες της διαφθοράς και διαπλοκής στη χώρα και (β) θα έστηνε ένα πιο αξιοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης. Αν εμφανιζόταν με σχέδιο πειστικό για τα παραπάνω και απαιτούσε μία συμφωνία με πιο χαλαρούς όρους, θα το έπαιρνε, επιμένουν όσοι βρέθηκαν τότε σε θέσεις-κλειδιά απέναντί του.
Ο κ. Τσίπρας ούτε τον Βαρουφάκη έδιωχνε ούτε τη συνταγή του δοκίμαζε πραγματικά. Τη Δευτέρα μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος περίμενε, λογικά, ότι οι παγκόσμιες αγορές θα κατέρρεαν. Δεν κουνήθηκαν, κανείς δεν πανικοβλήθηκε εκτός Ελλάδος. Περίμενε επίσης μια καλύτερη πρόταση από τις Βρυξέλλες, που εμφανίστηκε μέσω του κ. Παυλόπουλου και του τότε στενού συνεργάτη του κ. Γιούνκερ, Μαργαρίτη Σχοινά. Εγκλωβισμένος στη δική του προεκλογική δημαγωγία, δεν μπορούσε να τη δεχθεί με έναν λαό που είχε παθιαστεί και διαπαιδαγωγηθεί στη ρητορική του σκισίματος των μνημονίων με ένα νόμο και ένα άρθρο…
Το επιχείρημα ότι έπρεπε να περάσουμε όλο εκείνο το καταραμένο εξάμηνο, να φθάσει η χώρα και η κοινωνία στο χείλος του γκρεμού για να επιτευχθεί μια «καλύτερη» συμφωνία με τους δανειστές μπορεί να πείθει κάποιους. ήταν σίγουρα ένα πολύ ακριβό φροντιστήριο για τον ελληνικό λαό, που κατάλαβε ότι δεν υπήρχαν μαγικές λύσεις ή, τέλος πάντων, λύσεις εκτός Ε.Ε. και Δύσης. Φροντιστήριο που δεν θα είχε χρειαστεί αν ο κ. Τσίπρας είχε αποφύγει τις ακραίες και ανεύθυνες υπερβολές πριν εκλεγεί. Αν ο ίδιος είχε κάνει ένα δικό του σκληρό και άκρως απαραίτητο «φροντιστήριο» με σοβαρούς ανθρώπους πριν έλθει στην εξουσία, πριν παραλάβει το τιμόνι της χώρας στην πιο κρίσιμη στιγμή της Μεταπολίτευσης. Το γράψιμο ή ξαναγράψιμο της Ιστορίας είναι πειστικό όταν εμπεριέχει αυτοκριτική και απαντάει στα πραγματικά αμείλικτα ερωτήματα που άφησε πίσω της.







Μ.Η.Τ. 242183