Eurobank: Η Ελλάδα αναπτύσσεται, αλλά δουλεύει λιγότερο αποδοτικά – Πώς η γήρανση του πληθυσμού «ροκανίζει» το ΑΕΠ
Η ελληνική οικονομία συνεχίζει την πορεία ανάκαμψης της τελευταίας πενταετίας, ωστόσο τα διαρθρωτικά της ελλείμματα, κυρίως η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και οι αρνητικές δημογραφικές τάσεις, αποτελούν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ανάπτυξης, σύμφωνα με τη νέα έκθεση «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank.
Όπως επισημαίνει η τράπεζα, μετά τη βαθιά ύφεση και τη δεκαετή στασιμότητα, η Ελλάδα επανήλθε σε τροχιά μεγέθυνσης, επιδεικνύοντας ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, από την ενεργειακή κρίση και τους πολέμους, έως την άνοδο των τιμών στα τρόφιμα και τις γεωπολιτικές πιέσεις. Ωστόσο, πίσω από τα θετικά μακροοικονομικά μεγέθη, παραμένουν χρόνιες αδυναμίες που περιορίζουν την αναπτυξιακή δυναμική.
Η ανάπτυξη «τρέχει» πάνω από την Ευρωζώνη, αλλά η παραγωγικότητα μένει πίσω
Η Eurobank σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να υπεραποδίδει σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, κυρίως χάρη:
-
στην απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης,
-
στα μεγάλα έργα υποδομών,
-
στην ισχυρή επανεκκίνηση του τουρισμού,
-
στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και
-
στη δημοσιονομική πειθαρχία.
Ωστόσο, παρά τους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, το ΑΕΠ παραμένει 15,1% χαμηλότερο από το προ κρίσης επίπεδο του 2008, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αντιστοιχεί μόλις στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ και στο 67,3% της Ευρωζώνης.
Η παραγωγικότητα της εργασίας το 2024 παραμένει χαμηλότερη από εκείνη του 2016, γεγονός που, μαζί με τη μείωση του πληθυσμού, εξηγεί πάνω από 80% της απόκλισης του ελληνικού ΑΕΠ σε σχέση με το 2008.
Δημογραφική γήρανση και χαμηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας
Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank, οι αρνητικές δημογραφικές εξελίξεις λειτουργούν σαν «φρένο» στη μελλοντική ανάπτυξη. Ο πληθυσμός της χώρας έχει μειωθεί κατά περισσότερες από 400.000 ψυχές από το 2008, ενώ η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό ανέρχεται σε 52,7%, έναντι 57,9% στην Ευρωζώνη.
Αν και η ανεργία έχει μειωθεί στο 10,1% από τα εφιαλτικά επίπεδα του 27% την περίοδο της κρίσης, παραμένει σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (6,4%).
Η Eurobank εκτιμά ότι η περαιτέρω μείωση της ανεργίας και η ενεργότερη συμμετοχή των νέων και των γυναικών στην αγορά εργασίας μπορούν μεσοπρόθεσμα να αντισταθμίσουν μέρος των δημογραφικών πιέσεων, αλλά όχι να τις ανατρέψουν.
Το στοίχημα της παραγωγικότητας
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η βελτίωση της παραγωγικότητας είναι προϋπόθεση για τη σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Για να επιτευχθεί αυτό, η Eurobank τονίζει την ανάγκη για συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και θα μειώσουν τα θεσμικά εμπόδια στην επιχειρηματικότητα.
Κρίσιμοι παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα, σύμφωνα με την τράπεζα, είναι:
-
η μείωση της γραφειοκρατίας και η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης,
-
τα κίνητρα για επενδύσεις σε καινοτομία και νέες τεχνολογίες,
-
η αναβάθμιση της εκπαίδευσης και η σύνδεσή της με την αγορά εργασίας,
-
η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και
-
η μείωση του ενεργειακού κόστους για τις επιχειρήσεις.
Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η Eurobank, «η αύξηση της παραγωγικότητας δεν είναι απλώς όρος για την οικονομική σύγκλιση, αλλά η ασπίδα της χώρας απέναντι σε μελλοντικές διεθνείς κρίσεις».
Παρά τις θετικές βραχυπρόθεσμες προοπτικές, η Eurobank προειδοποιεί ότι χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας και ενίσχυση του επενδυτικού μεριδίου στο ΑΕΠ, η ελληνική ανάπτυξη κινδυνεύει να «κολλήσει» σε επίπεδα χαμηλότερα των δυνατοτήτων της.
Η τράπεζα επισημαίνει ότι η ενεργητική πολιτική ενσωμάτωσης τεχνολογιών, η σταθερότητα στο φορολογικό πλαίσιο και η αύξηση του φυσικού κεφαλαίου ανά εργαζόμενο είναι τα τρία συστατικά για βιώσιμη και διαρκή μεγέθυνση.
Ολόκληρη η νέα έκθεση «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank







Μ.Η.Τ. 242183