Το ΚΕΠΕ διαπιστώνει ήπια επιβράδυνση αλλά διατηρεί την Ελλάδα σε ανοδική πορεία: Νέα πρόβλεψη ανάπτυξης 2,1 % για το 2025
Παρά το γεγονός ότι το δεύτερο τρίμηνο του 2025 κατέγραψε μια ήπια επιβράδυνση, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να κινείται σε ανοδική πορεία, όπως αναδεικνύει το πρόσφατο τεύχος του περιοδικού “Οικονομικές Εξελίξεις” του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών.
Σύμφωνα με τα νέα προσωρινά στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ υποχώρησε στο 1,7 % κατά το δεύτερο τρίμηνο, από 2,2 % που ήταν στο πρώτο τρίμηνο. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το ΚΕΠΕ, πρόκειται για μια «περιορισμένη αλλά όχι ανησυχητική» επιβράδυνση, ενδεικτική μεταβολών βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα, παρά τάσης στροφής.
Η μείωση των εισαγωγών, κυρίως καυσίμων, αποτέλεσε θετικό παράγοντα που έσπρωξε τον ρυθμό προς τα πάνω, ενώ η σημαντικότερη αντίρροπη δύναμη ήλθε από την αναστροφή της προηγούμενης συσσώρευσης αποθεμάτων, η οποία είχε λειτουργήσει ως «καύσιμη ύλη» στην αύξηση του ΑΕΠ τα προηγούμενα τρίμηνα.
Με βάση τα επικαιροποιημένα οικονομετρικά τους υποδείγματα, το ΚΕΠΕ αναθεώρησε προς τα κάτω την εκτίμησή του για το έτος 2025: πλέον προβλέπεται ανάπτυξη κατά 2,1 % έναντι της προηγούμενης εκτίμησης 2,2 %. Όπως αναφέρει, αυτή η μικρή διόρθωση αντανακλά την ήπια υποχώρηση του β’ τριμήνου, αλλά δεν αλλάζει την ευρύτερη εικόνα μίας οικονομίας που κινείται σταθερά σε θετική τροχιά, στηριζόμενη στην ανθεκτικότητα της εγχώριας ζήτησης και την αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων.
Πού «βρίσκονται» οι δυνάμεις της ανάπτυξης και ποια τα αδύνατα σημεία
Ακόμα και με την ήπια επιβράδυνση, υπάρχουν στοιχεία που καταδεικνύουν εντονότερη δυναμική σε ορισμένους κρίσιμους τομείς. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2025, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ανήλθαν σε €9,53 δισ., σημειώνοντας αύξηση κατά 6,7 % σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024. Αυτό δείχνει ότι η επενδυτική δραστηριότητα ανακάμπτει, ιδίως στους κλάδους των κατασκευών και του μεταφορικού εξοπλισμού — μετά από μια πιο υποτονική εικόνα στο πρώτο τρίμηνο.
Στον τομέα του τουρισμού, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ενισχύουν τις εξαγωγές υπηρεσιών, προσφέροντας μια σημαντική «ένεση» στην εξωτερική συνιστώσα της οικονομίας. Ταυτόχρονα, η ιδιωτική κατανάλωση συνεχίζει να παίζει σταθερό ρόλο ως μοχλός στήριξης, ενώ και οι δαπάνες της κυβέρνησης φαίνεται να διατηρούν μια συγκρατημένη ανοδική πορεία.
Ωστόσο, δεν λείπουν οι προκλήσεις. Η επιβράδυνση των εισαγωγών. ιδίως των καυσίμων, ενίσχυσε το θετικό πρόσημο στην ανάπτυξη, αλλά ενδέχεται να υποδηλώνει ασθενέστερη ενεργειακή ζήτηση ή εξωτερικές ροές. Η αναστροφή της πορείας των αποθεμάτων, που πριν λειτουργούσε ως βιώσιμη «ένεση» στον ρυθμό ανάπτυξης, επίσης καθιστά τον ρυθμό πιο ευάλωτο σε βραχυχρόνιες διαταραχές.
Υπάρχουν και εξωτερικοί κίνδυνοι: οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι διαταραχές στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, η αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας και πιθανές δημοσιονομικές αποκλίσεις στην Ε.Ε. προβληματίζουν τους αναλυτές, οι οποίοι προειδοποιούν ότι η οικονομία πρέπει να ενισχύσει περαιτέρω την ανθεκτικότητά της μέσα από μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στη δομική βάση.
Το στοίχημα του 2025: Σταθερότητα ή δοκιμασία;
Η αναθεωρημένη πρόβλεψη του ΚΕΠΕ για ανάπτυξη 2,1 % δεν είναι κατ’ ανάγκη «κακή είδηση». Συνιστά μια πιο ρεαλιστική εκτίμηση, προσαρμογή στην ήδη καταγεγραμμένη επιβράδυνση.
Το κρίσιμο θα είναι εάν, στους επόμενους μήνες, η οικονομία θα διατηρήσει τη δυναμική της ή θα υποστεί πιέσεις που θα επιτείνουν την επιβράδυνση. Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικά νέα μέτρα πολιτικής, ιδίως στα φορολογικά, στις επενδύσεις και στην υλοποίηση έργων με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, μπορούν να παίξουν ρόλο αντιστάθμισης.
Αν η εφαρμογή των δημοσίων επενδύσεων επιταχυνθεί και μάλιστα εκείνων που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά κονδύλια αυτό θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των αγορών και των επενδυτών.
Συνολικά, η εικόνα παραμένει πιο θετική απ’ ό,τι αρκετοί θα φοβόντουσαν, αλλά είναι σαφές ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα μεταβατικό στάδιο: χρειάζεται προσοχή, πολιτική συνέπεια και όραμα για να μην επιδεινωθούν οι αρνητικοί παράγοντες.







Μ.Η.Τ. 242183