Η ευλογιά προκαλεί οικονομικό σοκ στην ελληνική κτηνοτροφία. Πάνω από 350.000 ζώα έχουν θανατωθεί και οι τιμές φέτας αναμένεται να «πετάξουν»
Σε βαθιά κρίση βρίσκεται η ελληνική κτηνοτροφία, καθώς η εξάπλωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων έχει προκαλέσει τεράστιες απώλειες στο ζωικό κεφάλαιο, μειώνοντας δραστικά τη γαλακτοπαραγωγή και απειλώντας τη βιωσιμότητα της παραγωγής φέτας. Οι οικονομικές επιπτώσεις για τους παραγωγούς, αλλά και για τη βιομηχανία γαλακτοκομικών, αναμένεται να είναι ιδιαίτερα σοβαρές, καθώς το πλήγμα συμπίπτει με μια περίοδο υψηλής ζήτησης στις διεθνείς αγορές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μέσα σε 14 μήνες εξάπλωσης της ζωονόσου έχουν θανατωθεί σχεδόν 358.000 παραγωγικά ζώα. Ο ρυθμός των σφαγών αυξήθηκε αισθητά τους τελευταίους μήνες: από 262.854 ζώα στο τέλος Αυγούστου, ο αριθμός έφτασε τα 327.868 στο τέλος Σεπτεμβρίου και τα 357.841 στα μέσα Οκτωβρίου. Εφόσον συνεχιστεί η ίδια πορεία, οι απώλειες ενδέχεται να προσεγγίσουν τις 400.000 έως το τέλος Νοεμβρίου.
Η απώλεια ζωικού κεφαλαίου εκτιμάται ότι φτάνει το 3,5% σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ενώ ο Σύνδεσμος Ελληνικής Κτηνοτροφίας υπολογίζει τη μείωση στο 6,5%. Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις του κλάδου των τελευταίων δεκαετιών.
Ισχυρό πλήγμα στη γαλακτοπαραγωγή
Η μαζική σφαγή ζώων έχει προκαλέσει σημαντική μείωση της γαλακτοπαραγωγής, ιδίως σε περιφέρειες με έντονη προβατοτροφική δραστηριότητα όπως η Θεσσαλία, η Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη. Η Θεσσαλία, η οποία παράγει περίπου το 15% του αιγοπρόβειου κρέατος και το ένα τρίτο του αιγοπρόβειου γάλακτος της χώρας, καταγράφει τις μεγαλύτερες απώλειες.
Η θανάτωση περίπου 350.000 ζώων σημαίνει απώλεια περίπου 115.000 τόνων γάλακτος ετησίως ή 27.000 τόνων φέτας, σε μια περίοδο που η μέση ετήσια παραγωγή φέτας ανέρχεται στους 150.000 τόνους. Το πλήγμα αυτό, εάν δεν ανακοπεί, αναμένεται να επηρεάσει τόσο τη διαθεσιμότητα στην εσωτερική αγορά όσο και τις εξαγωγές.
Η φέτα σε σταυροδρόμι
Η μείωση της παραγωγής αναμένεται να οδηγήσει σε αυξήσεις τιμών στη λιανική, καθώς η προσφορά περιορίζεται ενώ η ζήτηση, ιδιαίτερα από το εξωτερικό, παραμένει ισχυρή. Η ανασύσταση των κοπαδιών απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον δύο έως τρία έτη, προκειμένου να αποκατασταθούν οι απώλειες και να επανέλθει η παραγωγή σε κανονικά επίπεδα.
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικής Κτηνοτροφίας, η πλήρης αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την άνοιξη του 2027, καθώς απαιτείται εξάμηνη περίοδος χωρίς νέο κρούσμα προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία ανασύστασης. Μέχρι τότε, η πίεση στις τιμές του γάλακτος και των τυροκομικών προϊόντων θα παραμείνει έντονη.
Οι εξαγωγές διατηρούν τη δυναμική τους
Παρά τις δυσκολίες, η εξαγωγική πορεία της φέτας παραμένει θετική. Το πρώτο πεντάμηνο του 2025, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 13,6% σε όγκο, φτάνοντας τους 44.000 τόνους, έναντι 39.000 την ίδια περίοδο του 2024. Η Ιταλία και η Γαλλία εξακολουθούν να είναι οι πιο δυναμικές αγορές, ενώ μικρή κάμψη καταγράφεται στις ΗΠΑ λόγω των πρόσθετων δασμών.
Το 2024, οι εξαγωγές φέτας αυξήθηκαν κατά 6,8% σε αξία, φτάνοντας τα 785 εκατ. ευρώ, ενώ σε όγκο αυξήθηκαν κατά 11,5%, αγγίζοντας τους 97.000 τόνους. Η φέτα παραμένει ένα από τα πλέον εμβληματικά εξαγωγικά προϊόντα της Ελλάδας, ωστόσο η τρέχουσα υγειονομική κρίση δημιουργεί ανησυχία για τη μελλοντική ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.







Μ.Η.Τ. 242183