Η πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Κλίβελαντ, Μπεθ Χάμακ, επισήμανε ότι περαιτέρω μείωση των επιτοκίων θα μπορούσε να επιφέρει ευρύ φάσμα κινδύνων για την οικονομία των ΗΠΑ. Σύμφωνα με την ομιλία που θα παρουσιάσει σε συνέδριο της τράπεζάς της, η πολιτική μείωσης επιτοκίων σε φάση υψηλού πληθωρισμού (>2%) μπορεί να:
- Παρατείνει τη διάρκεια υψηλού πληθωρισμού, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής.
- Ενθαρρύνει την ανάληψη κινδύνων (risk-taking) στις χρηματοπιστωτικές αγορές μέσω φθηνότερης πίστωσης.
- Διαστρεβλώσει την τιμολόγηση της αγοράς, αυξάνοντας την πιθανή ένταση και έκταση της επόμενης ύφεσης.
Η Χάμακ τόνισε ότι οι τρέχουσες οικονομικές συνθήκες είναι σχετικά ευνοϊκές, με κερδοφορία μετοχών και «εύκολες» πιστωτικές συνθήκες, και ότι πρόσθετη χαλάρωση θα μπορούσε να υποστηρίξει τον επικίνδυνο δανεισμό. Παράλληλα, σημείωσε την αύξηση της μόχλευσης σε hedge funds και ασφαλιστικές εταιρείες, ενώ η ιδιωτική πίστωση και τα stablecoins χρήζουν στενής παρακολούθησης.
Η ίδια είχε αντιταχθεί στη μείωση του εύρους των επιτοκίων κατά 0,25% τον Οκτώβριο (σε 3,75–4%), υπογραμμίζοντας ότι η Fed παραμένει υπό πίεση για τον επαναπατρισμό του πληθωρισμού στον στόχο της. Παρά τη μη ψήφο της φέτος στο FOMC, η Χάμακ επαναλαμβάνει ότι η προτεραιότητα πρέπει να είναι η σταθερότητα των τιμών, ενώ οι περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων μπορεί να έχουν σοβαρό κόστος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Τα πρακτικά της Fed δείχνουν ότι η νομισματική πολιτική κινείται σε εύθραυστο μονοπάτι, επιβαρυμένο από το προσωρινό κλείσιμο της κυβέρνησης που εμπόδισε την ανάλυση κρίσιμων οικονομικών δεδομένων. Ορισμένοι περιφερειακοί αξιωματούχοι έχουν εκφράσει αντίθεση στις περαιτέρω μειώσεις, και οι αγορές εκτιμούν ότι η Fed πιθανότατα θα διατηρήσει τα επιτόκια σταθερά στην επόμενη συνεδρίαση.







Μ.Η.Τ. 242183