Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) Εφόσον οι Ευρωπαίοι νομοθέτες εγκρίνουν τον κανονισμό εντός του έτους, η ΕΚΤ εκτιμά ότι μια πιλοτική εφαρμογή θα μπορούσε να ξεκινήσει στα μέσα του 2027, με το ψηφιακό ευρώ να είναι έτοιμο για πρώτη έκδοση το 2029.
Στην τελική ευθεία εισέρχεται το θεσμικό σκέλος του ψηφιακού ευρώ, καθώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναμένεται έως τον Μάιο του 2026 να εγκρίνει την πρόταση κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εισαγωγή του πρώτου ψηφιακού νομίσματος κεντρικής τράπεζας (CBDC) στην Ευρωζώνη.
Το χρονοδιάγραμμα που εξετάζεται προβλέπει πιλοτική εφαρμογή το 2027, ενώ η πλήρης λειτουργική ένταξη του ψηφιακού ευρώ στο ευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών τοποθετείται –υπό προϋποθέσεις– το 2029.
Παράλληλα με την επιτάχυνση των θεσμικών διαδικασιών, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει πλέον σοβαρά και την επέκταση της χρήσης του ψηφιακού ευρώ πέραν των λιανικών συναλλαγών, ανοίγοντας το πεδίο και για πληρωμές μεταξύ επιχειρήσεων (B2B), μέσω προηγμένων τεχνολογικών εφαρμογών και «έξυπνων» μηχανισμών διακανονισμού.
Τις εξελίξεις αυτές αποκάλυψε ο Μπούκαρχτ Μπαλτζ (Burkhard Balz), μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της Bundesbank, σε άρθρο του στη Frankfurter Allgemeine Zeitung στις 5 Ιανουαρίου 2025. Όπως σημείωσε, η πολιτική συναίνεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενισχύεται, παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις που διατυπώνονται από τον τραπεζικό κλάδο.
Το ψηφιακό ευρώ αποτελεί στρατηγικό εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και έχει σχεδιαστεί ως ψηφιακό ισοδύναμο των μετρητών. Θα επιτρέπει πληρωμές χωρίς τραπεζικές χρεώσεις, ακόμη και εκτός σύνδεσης στο διαδίκτυο, διατηρώντας τον δημόσιο χαρακτήρα του χρήματος σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν ιδιωτικές ψηφιακές πλατφόρμες πληρωμών.
Σε πρώτη φάση, η χρήση του θα αφορά πληρωμές ιδιωτών προς επιχειρήσεις και μεταξύ ιδιωτών. Ωστόσο, στο τραπέζι βρίσκεται πλέον και η αξιοποίησή του σε εταιρικές συναλλαγές, με εφαρμογές που θα μπορούσαν να συνδέονται με αυτοματοποιημένες πληρωμές, έξυπνα συμβόλαια και ταχύτερους διασυνοριακούς διακανονισμούς.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες, πάντως, διατηρούν έντονες επιφυλάξεις, επισημαίνοντας το υψηλό κόστος προσαρμογής των υποδομών, την τεχνική πολυπλοκότητα και τον κίνδυνο αποδυνάμωσης του παραδοσιακού τους ρόλου στη διαμεσολάβηση των πληρωμών.
Παρά τις αντιστάσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει αποφασισμένη να προχωρήσει, αντιμετωπίζοντας το ψηφιακό ευρώ όχι μόνο ως εργαλείο πληρωμών, αλλά ως κρίσιμο πυλώνα νομισματικής κυριαρχίας και τεχνολογικής αυτονομίας στην ψηφιακή εποχή.
Συγκεκριμένα, ο Μπαλτζ ανέφερε πως:
Αναλυτικά, το στέλεχος της Bundesbank ανέφερε πως «ως νόμιμο χρήμα, το ψηφιακό ευρώ απαιτεί ένα νομικό πλαίσιο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ένα σχέδιο νόμου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βρίσκεται επί του παρόντος υπό διαπραγμάτευση στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το Συμβούλιο έχει ήδη συμφωνήσει σε ένα σχέδιο κειμένου και οι διαβουλεύσεις του Κοινοβουλίου αναμένεται να ολοκληρωθούν έως τον Μάιο του 2026».
Ο ίδιος σημείωσε πως «μέρος του νομικού πλαισίου ρυθμίζει ήδη τη χρήση του ψηφιακού ευρώ στις χώρες της ΕΕ που δεν αποτελούν μέρος της Ευρωζώνης.
Όλοι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών με έδρα την Ένωση θα πρέπει επομένως να είναι σε θέση να προσφέρουν το ψηφιακό ευρώ.
Ο Μπαλτζ, υπενθύμισε πως «προετοιμάζεται μια πιλοτική επιχείρηση για το 2027 για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με λειτουργικές, τεχνικές και σχετικές με τους χρήστες πτυχές και πως προβλέπεται «πιθανή εισαγωγή του ψηφιακού ευρώ το 2029 για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη».
Δημιουργείται το έδαφος για πληρωμές με ψηφιακό ευρώ -και- μεταξύ των εταιρειών
Ο Μπαλτζ τόνισε πως «το ψηφιακό ευρώ δεν θα είναι διαθέσιμο αμέσως μετά την κυκλοφορία του».
Και συμπλήρωσε λέγοντας πως «παρόλο που το ψηφιακό ευρώ σχεδιάστηκε αρχικά για πληρωμές μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων, οι υποκείμενες τεχνολογίες – όπως οι «υπό όρους πληρωμές» – θα μπορούσαν επίσης να καταστούν σημαντικές για τις διαδικασίες πληρωμών και διακανονισμού μεταξύ εταιρειών στο μέλλον»
Ο ίδιος σημείωσε πως «αυτό θα μπορούσε να επιτρέψει την αποτελεσματικότερη επεξεργασία σύνθετων συμβατικών συμφωνιών, τη μείωση του κόστους και την προώθηση της τυποποίησης. Επιπλέον, η ψηφιοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε αναδιοργάνωση των αλυσίδων εφοδιασμού, ιδίως για τις μεγάλες εταιρείες. Ορισμένες ήδη αρχίζουν να δημιουργούν εσωτερικές και εξωτερικές διαδικασίες σε τεχνολογίες κατανεμημένου καθολικού (DLT). Αυτές οι τεχνολογίες επιτρέπουν την ασφαλή και αποκεντρωμένη αποθήκευση δεδομένων. Οι πληρωμές από μηχανή σε μηχανή θα μπορούσαν να υλοποιηθούν χρησιμοποιώντας «έξυπνες συμβάσεις» – ψηφιακές συμβάσεις που εκτελούνται μόνες τους. Οι αυτοματοποιημένες πληρωμές σε αυτόνομες αλυσίδες εφοδιασμού θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα με τέτοιες τεχνολογίες.
Και εδώ, το Ευρωσύστημα αναπτύσσει νέες λύσεις χρησιμοποιώντας ψηφιακό χρήμα κεντρικής τράπεζας. Υπάρχουν αρχικές περιπτώσεις χρήσης για έκδοση τίτλων, διαπραγμάτευση τίτλων και πληρωμές μεγάλης αξίας σε περιβάλλον DLT».
Οι αντιδράσεις των τραπεζών για το ψηφιακό ευρώ
Απέναντι στο ψηφιακό ευρώ έχουν διατυπώσει πολλές επιφυλάξεις οι ευρωπαϊκές τράπεζες. «Αυτό που βλέπουμε αυτή τη στιγμή είναι ένα γραφειοκρατικά υπερφορτωμένο έργο με ασαφή λειτουργικότητα και τεράστιους κινδύνους κόστους», παραπονέθηκε πρόσφατα ο Ούλριχ Ρόιτερ (Ulrich Reuter), πρόεδρος του Γερμανικού Συνδέσμου Ταμιευτηρίων.
Ο ίδιος συμπλήρωσε πως «χρειαζόμαστε ασφαλείς και λογικές λύσεις, όχι έργα κύρους στην ψηφιακή πολιτική, των οποίων τα οφέλη είναι δύσκολο να κατανοηθούν ακόμη και από τους ειδικούς. Αυτός δεν είναι τρόπος για να ενισχύσει η Ευρώπη την ψηφιακή της κυριαρχία».
Η Τάνγια Μίλερ – Ζίγκλερ (Tanja Müller-Ziegler), μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ομοσπονδιακής Ένωσης Γερμανικών Συνεταιριστικών Τραπεζών (BVR), βλέπει επίσης κριτικά το ψηφιακό ευρώ και προειδοποιεί για το υψηλό κόστος εισαγωγής του. Δήλωσε στην Handelsblatt πως «αυτό θα μπορούσε να καθυστερήσει περαιτέρω τις κατανομές κερδών της ΕΚΤ στους εθνικούς προϋπολογισμούς μέσω της Bundesbank – και επομένως έμμεσα εις βάρος των φορολογουμένων».
Ο Μπαλτζ από τη μεριά του, όμως, επιμένει πως το ψηφιακό ευρώ:
«Θα διασφαλίσει τον κεντρικό ρόλο των τραπεζών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών στις συναλλαγές πληρωμών».
«Θα παραμείνουν τα κύρια σημεία επαφής για ιδιώτες, λιανοπωλητές και επιχειρήσεις και θα συνεχίσουν να παρέχουν όλες τις υπηρεσίες στους τελικούς χρήστες».
«Θα παραμείνουν ορατοί στη διεπαφή του πελάτη και δεν θα λειτουργούν απλώς ως πάροχοι υποδομών υποβάθρου, όπως συμβαίνει με ορισμένες μη ευρωπαϊκές υπηρεσίες».
«Θα διασφαλίσει ότι οι τράπεζες και άλλοι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θα αποζημιώνονται επαρκώς από τους εμπόρους για την παροχή και την επεξεργασία του ψηφιακού ευρώ.
«Θα προσφέρει έτσι στον τραπεζικό τομέα παρόμοια οικονομικά κίνητρα με άλλες ψηφιακές μεθόδους πληρωμών»
«Θα παρέχει στις τράπεζες και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών δωρεάν πρόσβαση στην υποδομή του» (σ.σ. ψηφιακού ευρώ).
«Θα μπορούν να αναπτύξουν πρόσθετες υπηρεσίες που υπερβαίνουν αυτό που υποχρεούνται να παρέχουν στους πελάτες τους δωρεάν ως βασικές υπηρεσίες. Αυτό τους επιτρέπει να δημιουργούν πρόσθετα έσοδα. Στο μέλλον, η εισαγωγή των «υπό όρους πληρωμών» υπόσχεται ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών.
Εισαγωγή «υπό όρους πληρωμών»
Τι είναι οι «υπό όρους πληρωμές». Σύμφωνα με τον Μπαλτζ «πρόκειται για αυτόματες πληρωμές που ενεργοποιούνται μόνο όταν πληρούνται προκαθορισμένες προϋποθέσεις.
Για παράδειγμα, με μια ηλεκτρονική παραγγελία, η πληρωμή θα μπορούσε να διεκπεραιωθεί μόνο όταν το δέμα φτάσει στην διεύθυνση του πελάτη. Ή, στον τομέα της κινητικότητας, τα εισιτήρια τρένων θα μπορούσαν να σχεδιαστούν έτσι ώστε το αντίτιμο να χρεώνεται μόνο αφού το τρένο φτάσει εγκαίρως – ή το ποσό να μειώνεται αυτόματα σε περίπτωση καθυστέρησης».







Μ.Η.Τ. 242183