Η Ενδιάμεση Έκθεση 2025 του ΙΝΕ ΓΣΕΕ δείχνει ότι, παρά την ανάπτυξη, το χάσμα ευημερίας Ελλάδας-ΕΕ παραμένει υψηλό – Το στεγαστικό πρόβλημα
Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει ρυθμούς μεγέθυνσης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο η απόσταση από την ευρωπαϊκή ευημερία όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά παγιώνεται. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα της Ενδιάμεσης Έκθεσης 2025 του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η οποία αποτυπώνει με σαφήνεια μια αναπτυξιακή πορεία που δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, των μισθών και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης της Ελλάδας αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τη στασιμότητα μεγάλων οικονομιών της ΕΕ, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία. Παρά ταύτα, η χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά έναντι συγκρίσιμων κρατών, πολλά από τα οποία κινούνται με ταχύτερη δυναμική, αποκαλύπτοντας τη σχετική υστέρηση της ελληνικής οικονομίας.
Το επίμονο χάσμα ευημερίας
Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2019 στις 17.210 ευρώ, έναντι 32.270 ευρώ στην ΕΕ, ενώ το 2024 η απόκλιση παραμένει κοντά στις 14.600 ευρώ. Παρά την ανάκαμψη μετά το 2021, η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν επιτυγχάνεται, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι σημερινοί ρυθμοί μεγέθυνσης δεν επαρκούν για ουσιαστική βελτίωση της ευημερίας.
Σε όρους αγοραστικής δύναμης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε από το 65,5% του μέσου όρου της ΕΕ το 2019 στο 68,5% το 2024. Ωστόσο, η χώρα παραμένει πίσω από κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Τσεχία, η Λιθουανία, η Εσθονία και η Πολωνία, ενώ υστερεί ακόμη και έναντι της Ρουμανίας. Η βελτίωση μόλις τριών ποσοστιαίων μονάδων την περίοδο 2019-2024 καταδεικνύει ασθενέστερη δυναμική σύγκλισης σε σύγκριση με άλλες οικονομίες.
Κατανάλωση αντί για παραγωγικό μετασχηματισμό
Η έκθεση επισημαίνει ότι το αναπτυξιακό μοντέλο παραμένει έντονα καταναλωκεντρικό. Η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχεί σχεδόν στο 68% του ΑΕΠ, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ οι επενδύσεις, αν και αυξημένες, εξακολουθούν να κινούνται αισθητά χαμηλότερα από το ευρωπαϊκό επίπεδο. Την ίδια στιγμή, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται, αναδεικνύοντας τη χρόνια εισαγωγική εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η σύνθεση της επενδυτικής ανάκαμψης. Το αυξημένο μερίδιο επενδύσεων σε κατοικίες γίνεται εις βάρος επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό και τεχνολογία, περιορίζοντας την παραγωγικότητα, την αναβάθμιση δεξιοτήτων και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Αγορά εργασίας και μισθοί σε υστέρηση
Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το ποσοστό απασχόλησης παραμένει χαμηλότερο όχι μόνο σε σχέση με την ΕΕ, αλλά και σε σύγκριση με χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Η συμμετοχή της βιομηχανίας και των κλάδων υψηλής τεχνολογίας στην απασχόληση παραμένει περιορισμένη, ενισχύοντας τον προβληματισμό για τη δομή της οικονομίας.
Ακόμη πιο έντονη είναι η υστέρηση στις αποδοχές. Το 2024 ο μέσος ετήσιος μισθός σε όρους αγοραστικής δύναμης αντιστοιχούσε μόλις στο 59,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το ωρομίσθιο παραμένει χαμηλότερο ακόμη και από αυτό χωρών των Βαλκανίων. Η υποαμοιβή εμφανίζεται οριζόντια σε όλους σχεδόν τους κλάδους, ακόμη και σε τομείς με υψηλή συγκέντρωση απασχόλησης, όπως το εμπόριο και ο τουρισμός.
Κοινωνικές πιέσεις και στεγαστικό αδιέξοδο
Οι χαμηλές εισοδηματικές επιδόσεις αποτυπώνονται άμεσα στις συνθήκες διαβίωσης. Το ποσοστό μισθωτών που ζουν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης παραμένει το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, ενώ τα νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά αντιμετωπίζουν αυξημένες δυσκολίες κάλυψης βασικών αναγκών.
Κομβικό ρόλο διαδραματίζει το στεγαστικό κόστος, το οποίο απορροφά πάνω από το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος και πλήττει δυσανάλογα τους ενοικιαστές και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Η Ελλάδα καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης στην ΕΕ, με έντονες περιφερειακές ανισότητες.
Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές. Στην Ελλάδα παγιώνεται μια τροχιά διαρθρωτικής απόκλισης, όπου η αύξηση του ΑΕΠ δεν συνοδεύεται από ανάλογη βελτίωση μισθών και κοινωνικής ευημερίας. Σε ένα διεθνές περιβάλλον έντονων γεωοικονομικών και τεχνολογικών μεταβολών, η αντιμετώπιση αυτών των αποκλίσεων αποτελεί κρίσιμη πρόκληση για την οικονομική και κοινωνική πολιτική, καθώς συνιστούν δυνητικό παράγοντα μακροοικονομικής και κοινωνικής αστάθειας.
Παρακάτω το πλήρες κείμενο της Ενδιάμεσης Έκθεσης 2025
Διαβάστε επίσης: Μητσοτάκης – Μέτσολα: Η Ευρώπη πρέπει να πάρει κρίσιμες αποφάσεις για ασφάλεια και ευημερία (vid)







Μ.Η.Τ. 242183