ΕΣΕΕ για χειμερινές εκπτώσεις 2026: Ισχυρές πιέσεις στο λιανεμπόριο, μειωμένη αγοραστική δύναμη και έντονος ανταγωνισμός από e-shops
Ιδιαίτερα επιβαρυμένη αποτυπώνεται η εικόνα της αγοράς κατά τη φετινή περίοδο των χειμερινών εκπτώσεων, σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, η οποία βασίστηκε σε αντιπροσωπευτικό δείγμα εμπορικών επιχειρήσεων σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Τα στοιχεία καταγράφουν σαφή επιδείνωση σε σχέση με πέρυσι. Μία στις δύο επιχειρήσεις δήλωσε ότι πραγματοποίησε μικρότερο κύκλο εργασιών συγκριτικά με την αντίστοιχη εκπτωτική περίοδο του 2025, ενώ μόλις μία στις δέκα κατέγραψε αύξηση πωλήσεων. Το εύρημα αυτό εντείνει τις ανησυχίες για τη συνολική πορεία του εμπορίου, καθώς επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη μείωση των πραγματικών πωλήσεων που καταγράφηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.
Παρά τα γενναία ποσοστά εκπτώσεων, η αγοραστική κίνηση παρέμεινε υποτονική. Οι καταναλωτές εμφανίζονται να κατευθύνουν το διαθέσιμο εισόδημά τους πρωτίστως σε ανελαστικές δαπάνες, περιορίζοντας σημαντικά τις αγορές ένδυσης, υπόδησης και λοιπών ειδών λιανικής. Το δώρο Χριστουγέννων, που παραδοσιακά τροφοδοτούσε την αγορά τον Ιανουάριο, φαίνεται για δεύτερη συνεχή χρονιά να διοχετεύεται σε βασικές υποχρεώσεις και όχι σε καταναλωτικές δαπάνες.
Εκπτώσεις άνω του 30%, αλλά χαμηλή ικανοποίηση
Η έρευνα καταδεικνύει ότι δύο στις τρεις επιχειρήσεις υιοθέτησαν ποσοστά εκπτώσεων άνω του 30%, σε μια προσπάθεια να προσελκύσουν το καταναλωτικό κοινό. Επτά στις δέκα διατήρησαν τα ίδια επίπεδα εκπτώσεων με πέρυσι, ενώ μία στις τέσσερις προχώρησε σε ακόμη υψηλότερες μειώσεις τιμών.
Ωστόσο, η επιθετική τιμολογιακή πολιτική δεν μετουσιώθηκε σε αντίστοιχη αύξηση πωλήσεων. Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις εμφανίστηκαν από λίγο έως καθόλου ικανοποιημένες από τις επιδόσεις της περιόδου, ενώ τέσσερις στις δέκα δήλωσαν δυσαρέσκεια και ως προς την επισκεψιμότητα στα καταστήματά τους.
Για μία στις τρεις επιχειρήσεις, οι πωλήσεις παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη στασιμότητα της αγοράς. Παράλληλα, δύο στους τρεις επιχειρηματίες δηλώνουν ότι δεν προτίθενται να διατηρήσουν προσφορές και μειωμένες τιμές μετά τη λήξη της επίσημης εκπτωτικής περιόδου, επικαλούμενοι τόσο τα χαμηλά αποτελέσματα όσο και το αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο.
Αθέμιτος ανταγωνισμός και αλλαγή καταναλωτικής συμπεριφοράς
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον αυξανόμενο ανταγωνισμό από ασιατικές ηλεκτρονικές πλατφόρμες, που συμπιέζουν περαιτέρω τα περιθώρια κέρδους των ελληνικών επιχειρήσεων. Το φαινόμενο του εισαγόμενου, συχνά αθέμιτου, ανταγωνισμού αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας απορρύθμισης της αγοράς, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, οι απομακρυσμένες πωλήσεις εξακολουθούν να υπολείπονται των φυσικών καταστημάτων για τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις, αν και καταγράφονται διαφοροποιήσεις ανάλογα με το μέγεθος και τον βαθμό ψηφιακής ωριμότητας. Κυρίαρχο μέσο προβολής των εκπτώσεων παραμένει η βιτρίνα, ενώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν σταδιακά τη δυναμική τους.
Σημαντική είναι και η μεταβολή στον τρόπο πληρωμής, καθώς η χρήση μετρητών περιορίζεται σταθερά. Μόλις στο 29% των επιχειρήσεων οι συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν κυρίως με μετρητά, γεγονός που αποτυπώνει τη στροφή σε ηλεκτρονικές πληρωμές.
Επιβίωση αντί για ανάπτυξη
Σε επίπεδο στρατηγικής, μία στις τρεις επιχειρήσεις τάσσεται υπέρ της μείωσης της διάρκειας της εκπτωτικής περιόδου, ανοίγοντας εκ νέου τη συζήτηση για το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των εκπτώσεων. Παράλληλα, περιορισμένη εμφανίζεται η ενημέρωση για τα χρηματοδοτικά εργαλεία μικροπιστώσεων, καθώς μόλις τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις δηλώνουν ότι γνωρίζουν το σχετικό πλαίσιο και, εξ αυτών, οι περισσότερες δεν σκοπεύουν να υποβάλουν αίτηση.
Ο διοικητικός διευθυντής του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, Χαράλαμπος Αράχωβας, υπογράμμισε ότι το πλέον ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο οι χαμηλές επιδόσεις μιας εκπτωτικής περιόδου, αλλά η διαρκής συσσώρευση πιέσεων που μετατοπίζει τον στόχο των επιχειρήσεων από τον εκσυγχρονισμό στην απλή επιβίωση. Όπως επισήμανε, οι εκπτώσεις υπό το υφιστάμενο καθεστώς δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν το συμπιεσμένο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους και έντονου διεθνούς ανταγωνισμού.
Η εικόνα που αναδύεται από την έρευνα αποτυπώνει έναν κλάδο που παραμένει ο ισχυρότερος της ελληνικής οικονομίας σε όρους κύκλου εργασιών και απασχόλησης, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται αντιμέτωπος με διαρθρωτικές προκλήσεις. Με τις πιέσεις να διατηρούνται στις αρχές του 2026 και το διεθνές περιβάλλον να παραμένει ρευστό, το λιανεμπόριο καλείται να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική του σε ένα τοπίο χαμηλής κατανάλωσης και αυξημένης αβεβαιότητας.
Διαβάστε επίσης: Χειμερινές Εκπτώσεις 2026: Πτώση τζίρου για τη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων στην Αθήνα








Μ.Η.Τ. 242183