Με τρεις εκθέσεις τους Fitch, Moody’s και DBRS σχολιάζουν τα αποτελέσματα του 2025 που ανακοίνωσαν οι συστημικές τράπεζες και μιλούν για τις προοπτικές τους
Σε σταθερή πορεία εκτιμά ότι θα κινηθούν μεσοπρόθεσμα οι ελληνικές τράπεζες η Fitch Ratings, επισημαίνοντας ότι τόσο τα οικονομικά τους αποτελέσματα όσο και το προφίλ κινδύνου παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η διεύρυνση των εργασιών, η ανθεκτική ποιότητα ενεργητικού και η δυναμική της πιστωτικής επέκτασης.
Ο οίκος διατηρεί αξιολόγηση «BBB-» για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, με σταθερό outlook για την Τράπεζα Πειραιώς και την Alpha Bank, ενώ θετικές προοπτικές αποδίδει στην Εθνική Τράπεζα και την Eurobank.
Η αξιολόγηση στηρίζεται στις ισχυρές επιδόσεις του 2025, χρονιά κατά την οποία τα λειτουργικά κέρδη ανήλθαν στο 3,4% των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού (RWAs), έναντι 3,6% το 2024, παρά το περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων. Για το 2026, η Fitch προβλέπει ότι η επίδοση θα διατηρηθεί κοντά στο 3,5%, με ώθηση από τη βελτίωση των καθαρών εσόδων από τόκους, την άνοδο των προμηθειών και τη μείωση των απομειώσεων.
Οι θετικοί αυτοί παράγοντες αναμένεται να εξισορροπήσουν το αυξημένο λειτουργικό κόστος που συνδέεται με επενδύσεις σε ανάπτυξη και ψηφιακό μετασχηματισμό. Τα καθαρά έσοδα από τόκους παρουσιάζουν σημάδια ανάκαμψης, καθώς τα επιτόκια σταθεροποιούνται και η πιστωτική επέκταση διατηρείται ισχυρή, αγγίζοντας το 8% το 2025, με συμβολή πλέον και από τη λιανική τραπεζική. Παρότι τα NII των τεσσάρων τραπεζών υποχώρησαν κατά μέσο όρο 5%, τα έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 12%, χάρη στη διεύρυνση των συμπληρωματικών δραστηριοτήτων και στον αυξημένο όγκο συναλλαγών.
Σε επίπεδο κεφαλαιακής επάρκειας, οι περισσότερες τράπεζες διατηρούν δείκτες CET1 πάνω από τις μεσοπρόθεσμες εκτιμήσεις. Ωστόσο, η Fitch προειδοποιεί ότι η έντονη πιστωτική ανάπτυξη, οι αυξημένες διανομές κεφαλαίου και πιθανές εξαγορές ενδέχεται να περιορίσουν τους δείκτες. Ενδεικτικά, ο CET1 της Τράπεζας Πειραιώς διαμορφώθηκε στο 12,7% μετά την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής στο τέλος του 2025, με τον οίκο να αναμένει επαναφορά άνω του 13% εντός της τρέχουσας χρήσης.
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων των τεσσάρων τραπεζών υποχώρησε οριακά στο 3%, εξέλιξη που αποδίδεται στην αύξηση των χορηγήσεων και στη σταθερότητα της ποιότητας ενεργητικού. Για το 2026, η Fitch προβλέπει γενικά σταθερή εικόνα, με στήριξη από τη συνεχιζόμενη ανθεκτική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
Τέλος, η Fitch δεν προβλέπει ουσιαστική επίπτωση από την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου για τον υπολογισμό τόκων στο πλαίσιο του Νόμου Κατσέλη, καθώς μεγάλο μέρος των σχετικών δανείων έχει τιτλοποιηθεί μέσω του προγράμματος «Ηρακλής». Ωστόσο, δεν αποκλείεται η απόφαση να επηρεάσει τη συμπεριφορά ορισμένων δανειοληπτών και να οδηγήσει τις τράπεζες σε πιο συντηρητική πολιτική στη λιανική πίστη, με τις πλήρεις λεπτομέρειες να αναμένονται.
Moody’s : Ισχυρές επιδόσεις
Ανθεκτικά ήταν, όπως διαπιστώνει η Moody’s Ratings τα αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών το 2025, τα οποία στηρίχθηκαν στην ισχυρή κερδοφορία, τη βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού και τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση, ακόμη και σε περιβάλλον εξομάλυνσης των επιτοκίων.
Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, η ισχυρή ζήτηση για νέα δάνεια και τα σταθερά επαναλαμβανόμενα έσοδα συνέβαλαν στη διατήρηση της κερδοφορίας, ενώ τα προβληματικά δάνεια παρέμειναν υπό έλεγχο και οι δείκτες χρηματοδότησης και ρευστότητας διατηρήθηκαν σε άνετα επίπεδα.
Η Moody’s σημειώνει ότι η ποιότητα ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών συνέχισε να βελτιώνεται.
Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) υποχώρησε περίπου στο 2,7% τον Δεκέμβριο του 2025, από 3% το 2024 και 4,2% το 2023, πλησιάζοντας τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών που διαμορφώνεται περίπου στο 2,2%.
Η βελτίωση αυτή οφείλεται κυρίως σε αναδιαρθρώσεις και επαναφορά δανείων σε κανονική εξυπηρέτηση, σε μικρότερες συναλλαγές πώλησης μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και στην αύξηση του δανεισμού.
Ιδιαίτερα σημαντικό, σύμφωνα με τον οίκο, είναι ότι ο σχηματισμός νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων παρέμεινε πολύ περιορισμένος.
Πού επικεντρώνεται η DBRS
Όπως αναφέρει η DBRS, oι μεγάλες ελληνικές τράπεζες ανακοίνωσαν συνολικά καθαρά κέρδη 4,5 δισ. ευρώ για τη χρήση 2025, αυξημένα κατά 5% σε ετήσια βάση. Τα αυξημένα έσοδα από προμήθειες και ορισμένα θετικά έκτακτα στοιχεία αντιστάθμισαν την πίεση από τη συμπίεση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) και την άνοδο του λειτουργικού κόστους. Η κερδοφορία παρέμεινε ανθεκτική, με τη μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) να διαμορφώνεται σε ένα υγιές 12% το 2025, αν και μειωμένη από 13% το 2024, κυρίως λόγω της αυξημένης κεφαλαιακής βάσης μετά από πρόσφατες εξαγορές. Κοιτάζοντας μπροστά, η συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση, εφόσον διατηρηθεί, και η περαιτέρω πρόοδος στη διαφοροποίηση των εσόδων προς τις προμήθειες αναμένεται να συμβάλουν στον μετριασμό της συνεχιζόμενης πίεσης στα λειτουργικά έξοδα και της ενδεχόμενης αύξησης του κόστους πιστωτικού κινδύνου το 2026.
Το κόστος κινδύνου (COR) και οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού βελτιώθηκαν περαιτέρω το 2025, υποστηριζόμενοι από την ισχυρή πιστωτική επέκταση. Ωστόσο, οι δείκτες κινδύνου ενδέχεται να δεχθούν πιέσεις το 2026. Οι γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις παραμένουν αυξημένες, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με τις επιπτώσεις της αναθεώρησης από το Ανώτατο Δικαστήριο της μεθοδολογίας υπολογισμού επιτοκίων για τιτλοποιήσεις στο πλαίσιο του Νόμου Κατσέλη. Πιθανή κλιμάκωση των εξωτερικών κινδύνων θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να επηρεάσει αρνητικά τομείς στους οποίους οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντική έκθεση, κυρίως τη ναυτιλία και τον τουρισμό.
Τα προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας παραμένουν καλά υποστηριζόμενα από την ισχυρή καταθετική βάση και τη βελτιωμένη πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές. Η κεφαλαιοποίηση του κλάδου είναι ισχυρή, ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη την οργανική ανάπτυξη, τις εξαγορές, την αυξημένη ανταμοιβή των μετόχων και τις κανονιστικές πιέσεις. Ωστόσο, τα κεφαλαιακά αποθέματα ενδέχεται να αρχίσουν να μειώνονται το 2026, καθώς οι τράπεζες προχωρούν σε αύξηση των αποδόσεων προς τους μετόχους ή σε επιπλέον εξαγορές για ενίσχυση του μεγέθους και της διαφοροποίησης.
Το 2025, τα συνολικά έσοδα μειώθηκαν κατά 1% σε ετήσια βάση, καθώς η αύξηση των καθαρών εσόδων από προμήθειες και λοιπών μη τοκοφόρων εσόδων αντιστάθμισε μόνο εν μέρει τη μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους. Τα βασικά έσοδα (NII και καθαρές προμήθειες) υποχώρησαν κατά 1% σε ετήσια βάση το 2025.
Τα συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση λόγω χαμηλότερων επιτοκίων. Η ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη, τα οφέλη από την αντιστάθμιση επιτοκιακού κινδύνου και τα υψηλότερα έσοδα από τίτλους σταθερού εισοδήματος, καθώς και η αποτελεσματική διαχείριση υποχρεώσεων, περιόρισαν εν μέρει τις πιέσεις. Σημειώνεται ωστόσο ότι τα συνολικά NII αυξήθηκαν το τέταρτο τρίμηνο του 2025 σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, χάρη στη σταθεροποίηση των επιτοκίων και τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση. Υπάρχει δυνητική θετική προοπτική για τα NII το 2026, εφόσον η πιστωτική ανάπτυξη συνεχιστεί και τα επιτόκια παραμείνουν σε γενικές γραμμές σταθερά.
Διαβάστε επίσης:
Moody’s: Οι ελληνικές τράπεζες γυρίζουν σελίδα – Κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο τα «κόκκινα» δάνεια







Μ.Η.Τ. 242183