Της Μαρίας Αναστασιάδη
Η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή θέτει νέες προκλήσεις για τις ελληνικές τράπεζες, με δύο κυρίως παράγοντες να αναδεικνύονται ως καθοριστικοί για την οικονομική τους πορεία. Σύμφωνα με ανάλυση της επενδυτικής Autonomous, η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και η πιθανή αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερα επιτόκια στα ελληνικά κρατικά ομόλογα, επηρεάζοντας έμμεσα το κόστος κεφαλαίου των τραπεζών.
Παράλληλα, η επενδυτική εκτιμά ότι ο ναυτιλιακός τομέας δεν συνιστά προς το παρόν σοβαρή πηγή ανησυχίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Autonomous προχώρησε σε υποβάθμιση της Τράπεζας Πειραιώς σε «ουδέτερη» σύσταση, κρίνoντας ότι η αποτίμησή της είναι πλέον λιγότερο ελκυστική συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες. Αντίθετα, προτιμούνται η Eurobank και η Εθνική Τράπεζα, ενώ για την Alpha Bank διατηρείται σύσταση «υποαπόδοσης».
Η Ελλάδα παραμένει από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς πετρελαίου στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα οι παρατεταμένα υψηλές τιμές ενέργειας να επιβαρύνουν σημαντικά το ισοζύγιο πληρωμών. Το πετρέλαιο εξακολουθεί να είναι ο κύριος παράγοντας του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, που άγγιξε το 5,7% του ΑΕΠ το 2025, ενώ μεγάλο μέρος των προμηθειών προέρχεται από τη Μέση Ανατολή, κυρίως Ιράκ και Σαουδική Αραβία. Αντίθετα, οι εισαγωγές φυσικού αερίου, προερχόμενες κυρίως από Ρωσία, Αζερμπαϊτζάν και ΗΠΑ, παρουσιάζουν χαμηλότερη έκθεση στην τρέχουσα γεωπολιτική κρίση.
Η ανάλυση της Autonomous υπογραμμίζει ότι η διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τα spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων έναντι των γερμανικών, αυξάνοντας το κόστος ιδίων κεφαλαίων για τις τράπεζες. Παρά αυτή την πίεση, οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν σχετικά ελκυστικές από πλευράς αποτίμησης, καθώς η αγορά συνεχίζει να αποτιμά υψηλό κόστος κεφαλαίου.
Παρά τη σημασία της ναυτιλίας για την ελληνική οικονομία, η Autonomous θεωρεί ότι η έκθεση των τραπεζών στον κλάδο παραμένει διαχειρίσιμη. Τα δάνεια προς τη ναυτιλία αντιστοιχούν στο 8%-10% του συνόλου των ενήμερων δανείων, με μόλις μικρό μέρος (κάτω του 3%) να επηρεάζεται άμεσα από τη σύγκρουση. Επιπλέον, τα πλοία καλύπτονται από ασφαλίσεις πολεμικού κινδύνου, ενώ η άνοδος των ναύλων έχει ενισχύσει συνολικά τον τομέα.
Οι δευτερογενείς επιπτώσεις της κρίσης, όπως αυξημένος πληθωρισμός και πιθανή επιβράδυνση του τουρισμού λόγω ακυρώσεων, συνιστούν τους κύριους κινδύνους για τα τραπεζικά χαρτοφυλάκια. Παρόλα αυτά, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν ισχυρά «μαξιλάρια» προβλέψεων έναντι ζημιών, με προ φόρων κέρδη περίπου 4% των δανείων το 2026. Οι ανάγκες προβλέψεων διαφέρουν μεταξύ των τραπεζών, με την Alpha Bank να εμφανίζει υψηλότερες μελλοντικές υποχρεώσεις.
Η Autonomous υποβάθμισε την Τράπεζα Πειραιώς σε «ουδέτερη», εκτιμώντας ότι παρά τη σχετική φτηνή αποτίμηση, υπάρχουν άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες με χαμηλότερο ρίσκο και παρόμοιες αξίες. Αντίθετα, η Eurobank εμφανίζεται πιο ελκυστική, ενισχυμένη από τη δραστηριότητα της Eurolife, προσφέροντας ασφαλέστερη έκθεση στην ελληνική ασφαλιστική αγορά. Οι τιμές στόχοι ορίζονται στα 18 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα, 9,1 ευρώ για την Πειραιώς, 5,2 ευρώ για τη Eurobank και 3,6 ευρώ για την Alpha Bank.

Μ.Η.Τ. 242183