Ομόλογα και ακριβότερος δανεισμός για κράτη: Συστάσεις της Κομισιόν για δημοσιονομική πειθαρχία και στοχευμένα μέτρα
Η νέα γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται στις στρατιωτικές εξελίξεις, αλλά μεταφέρεται με ταχύτητα στις αγορές, δημιουργώντας ένα ντόμινο πιέσεων που πλήττει άμεσα την παγκόσμια οικονομία. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας, ως άμεση συνέπεια της σύγκρουσης, αναζωπυρώνει τον πληθωρισμό σε οικονομίες που παραμένουν ευάλωτες σε εξωγενείς κραδασμούς, κυρίως στην Ευρώπη.
Η αύξηση του πληθωρισμού επαναφέρει στο προσκήνιο το πιο κρίσιμο δίλημμα για τις κεντρικές τράπεζες. Μεταξύ της στήριξης της ανάπτυξης και της ανάγκης για σταθεροποίηση των τιμών, η ισορροπία γέρνει εκ νέου προς την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής. Αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερα επιτόκια, τα οποία με τη σειρά τους αυξάνουν το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κυρίως για τα ίδια τα κράτη.
Η επίδραση δεν είναι θεωρητική. Οι αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει μια παρατεταμένη περίοδο ακριβού χρήματος, ενσωματώνοντας τις προσδοκίες αυτές στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που λειτουργεί σχεδόν αυτόματα, κάθε φορά που ενισχύονται οι πληθωριστικές πιέσεις και αυξάνεται η αβεβαιότητα.
Εκτίναξη αποδόσεων και επενδυτική ψυχολογία: Η Ελλάδα σε σχετική ισορροπία
Από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν κλιμακώθηκε η ένταση, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων κινούνται ανοδικά σε όλες τις μεγάλες αγορές, από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Ευρώπη και την Ασία. Οι διακυμάνσεις είναι έντονες, αντανακλώντας τις μεταβαλλόμενες προσδοκίες των επενδυτών για τη διάρκεια και την έκβαση της σύγκρουσης.
Στην Ευρωζώνη, η εικόνα είναι ενδεικτική της πίεσης που ασκείται. Οι αποδόσεις των γερμανικών 10ετών τίτλων αυξήθηκαν κατά περίπου 30 μονάδες βάσης, ενώ οι ιταλικές αποδόσεις κατέγραψαν άνοδο έως και 50 μονάδες βάσης, φτάνοντας σε ορισμένες στιγμές ακόμη και τις 75 μονάδες βάσης στα τέλη Μαρτίου. Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία, καθώς οι αγορές αντέδρασαν έντονα στην αποτυχία διπλωματικών πρωτοβουλιών αποκλιμάκωσης.
Η Ελλάδα εμφανίζεται σε αυτό το περιβάλλον πιο ανθεκτική από ό,τι στο παρελθόν. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου διαμορφώθηκε κοντά στο 3,79%, σημειώνοντας άνοδο σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, αλλά παραμένοντας χαμηλότερη από αντίστοιχες αυξήσεις σε άλλες χώρες. Η εξέλιξη αυτή ερμηνεύεται από τους αναλυτές ως ένδειξη εμπιστοσύνης των αγορών στη δημοσιονομική πορεία της χώρας και στη σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Το γεγονός ότι η Ελλάδα, υπό τις παρούσες συνθήκες, θα μπορούσε να δανειστεί φθηνότερα από οικονομίες όπως η Βρετανία ή ακόμη και οι ΗΠΑ, αποτυπώνει μια ποιοτική αλλαγή στην αντίληψη των επενδυτών. Ωστόσο, το περιθώριο αυτό δεν είναι δεδομένο και εξαρτάται άμεσα από τη διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η παρέμβαση της Κομισιόν και το νέο πλαίσιο πειθαρχίας
Μέσα σε αυτό το ασταθές περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός παράγοντας, αποστέλλοντας σαφές μήνυμα προς τα κράτη-μέλη. Στην εισήγησή της προς το Eurogroup, η Κομισιόν καλεί τις κυβερνήσεις να κινηθούν με αυξημένη προσοχή στη χάραξη πολιτικών στήριξης, υπογραμμίζοντας ότι η περίοδος των γενικευμένων παρεκκλίσεων έχει ουσιαστικά παρέλθει.
Η κατεύθυνση είναι συγκεκριμένη. Τα μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης και του πληθωρισμού θα πρέπει να είναι αυστηρά στοχευμένα και χρονικά περιορισμένα, ώστε να μην επιβαρύνουν περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά. Η επιστροφή σε ένα πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της αξιοπιστίας των κρατών απέναντι στις αγορές.
Η Κομισιόν επισημαίνει ότι τα υψηλά επίπεδα χρέους και ελλειμμάτων σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργεί ως βασική «άγκυρα» για τον περιορισμό της ανόδου στο κόστος δανεισμού.
Το μήνυμα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις καλούνται να στηρίξουν τις οικονομίες τους απέναντι στις συνέπειες της κρίσης. Από την άλλη, οφείλουν να το πράξουν χωρίς να υπονομεύσουν τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών.
Σε αυτή τη λεπτή ισορροπία θα κριθεί και η επόμενη φάση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις παραμείνουν ισχυρές και οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχιστούν, οι αποδόσεις των ομολόγων ενδέχεται να διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, μετατρέποντας το κόστος δανεισμού σε έναν από τους βασικούς περιοριστικούς παράγοντες για την ανάπτυξη.
Διαβάστε επίσης: Κομισιόν: Συναγερμός για «παρατεταμένη αναστάτωση» στην ενέργεια – Προειδοποίηση προς τις κυβερνήσεις







Μ.Η.Τ. 242183