Ευθεία αιχμή για τους χειρισμούς στην υπόθεση πτυχίου – «Έχει κόστος για το κόμμα», τονίζει η Ντόρα Μπακογιάννη
Λαζαρίδης: Αναφορές στον διορισμό της συζύγου του και επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών
Την παραίτηση του Μακάριου Λαζαρίδη ζήτησε η Ντόρα Μπακογιάννη, ασκώντας σαφή κριτική για τη διαχείριση της υπόθεσης που αφορά τον διορισμό και το ακαδημαϊκό του υπόβαθρο, επισημαίνοντας ότι η συνέχιση της κρίσης επιβαρύνει πολιτικά την κυβέρνηση και τη Νέα Δημοκρατία.
Σε δημόσια παρέμβασή της σήμερα Σάββατο στον τηλεοπτικό σταθμό MEGA, η Ντόρα Μπακογιάννη τοποθετήθηκε με σαφήνεια υπέρ της παραίτησης του Μακάριου Λαζαρίδη, αναδεικνύοντας το πολιτικό και θεσμικό αποτύπωμα της υπόθεσης. Απαντώντας ευθέως στο ερώτημα αν θα έπρεπε να αποχωρήσει, σημείωσε χαρακτηριστικά: «Ναι, θα έπρεπε να διευκολύνει τον πρωθυπουργό και το κόμμα».
Η παρέμβασή της εντάσσεται στο πλαίσιο της εντεινόμενης πίεσης που ασκείται εντός της Νέας Δημοκρατίας για την υπόθεση, η οποία σχετίζεται με ζητήματα κανονιστικής συμμόρφωσης και νομιμότητας σε διοικητικές διαδικασίες του παρελθόντος. Όπως υπογράμμισε, πρόκειται για ένα περιστατικό που, παρότι ανάγεται χρονικά περίπου δύο δεκαετίες πίσω, εξακολουθεί να παράγει πολιτικό κόστος και να επηρεάζει τη συνοχή της κοινοβουλευτικής ομάδας.
«Η υπόθεση αυτή έχει κόστος για εμάς και έχει προκαλέσει έντονη ενόχληση τόσο σε επίπεδο κόμματος όσο και κοινοβουλευτικής ομάδας», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η πράξη θεωρείται πλέον ευρέως ως «παράτυπη». Η ίδια απέφυγε να προδικάσει τις τελικές εξελίξεις, αφήνοντας ωστόσο σαφείς αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την κρίση ο κ. Λαζαρίδης.
Σε επίπεδο πολιτικής ανάλυσης, η τοποθέτηση της Ντόρας Μπακογιάννη μπορεί να ερμηνευθεί ως μήνυμα υπέρ της άμεσης αποσυμπίεσης της κρίσης μέσω ανάληψης πολιτικής ευθύνης. Η επιλογή της παραίτησης, όπως υπονοείται, λειτουργεί ως εργαλείο περιορισμού της φθοράς, ενισχύοντας τη στρατηγική διαχείρισης κρίσεων της κυβέρνησης.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι ο Μακάριος Λαζαρίδης αποτελεί μακροχρόνιο κομματικό στέλεχος, ωστόσο «δεν χειρίστηκε σωστά την υπόθεση για τον εαυτό του», καταλήγοντας ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η αποχώρησή του θα συνέβαλε στην πολιτική σταθερότητα και την προστασία της κυβερνητικής εικόνας.
Σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ
Αναφερόμενη στις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η Ντόρα Μπακογιάννη τόνισε ότι θα ψηφίσει υπέρ της άρσης της ασυλίας, καθώς θεωρεί ότι ο μόνος τρόπος να αποδειχθεί η αθωότητα είναι μέσω του φυσικού δικαστή.
«Η Νέα Δημοκρατία είναι το κατεξοχήν ευρωπαϊκό κόμμα σε αυτή τη χώρα. Άρα εμείς ψηφίσαμε αυτό το νόμο για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Εμείς θα στηρίξουμε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως θεσμό, γιατί έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να υπάρχει και να λειτουργεί σωστά».
«Ένα πράγμα που κατά τη γνώμη μου πρέπει να κάνουμε κριτική, είναι για τις διαρροές και το δεύτερο είναι για το τμηματικό του πράγματος. Φέρ’ τα όλα, δηλαδή οποιοσδήποτε έχει κάτι εναντίον οποιουδήποτε να το φέρει. Το να φέρνεις μια δικογραφία, η οποία μοιάζει τελείως τραβηγμένη από τα μαλλιά, όχι για όλους – υπάρχουν ορισμένοι που οι δικογραφίες έχουν κάποια βάση ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται, αλλά κάποιες άλλες είναι παντελώς τραβηγμένες στα μαλλιά. Εμείς θα πάμε, θα άρουμε την ασυλία των συναδέλφων».
«Το δίλημμα αυτό το έχω και ως βουλευτής και το έχουν και πάρα πολλοί βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Θα σας πω γιατί θα ψηφίσω άρση ασυλίας, γιατί άπαξ και σου κόλλησε η ρετσινιά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καθαρίσεις από τον φυσικό σου δικαστή».
«Διότι όταν εμένα με κατηγορείς, το να με καθαρίσει η Βουλή, δεν είναι λύση. Δεν έχω άλλο τρόπο να αποδείξω την αθωότητά μου από το να πάω στο δικαστή. Τώρα θα πάω στον εισαγγελέα και αυτός θα αρχειοθετήσει; ΟΚ, αρχειοθέτησε, αλλά τα αρχειοθέτησε ο εισαγγελέας, όχι ο συνάδελφος βουλευτής. Γι’ αυτό και θα ψηφίσω τις άρσεις ασυλίας. Όχι, γιατί πιστεύω ότι υπάρχει θέμα, αλλά διότι εάν βρέθηκε το όνομά σου κρεμασμένο στα μανταλάκια, δεν έχεις άλλο».
«Εμπιστεύομαι την ελληνική δικαιοσύνη. Τελεία. Και ό, τι αποφασίσει η ελληνική δικαιοσύνη για μένα είναι απολύτως αποδεκτό. Δεν πρόκειται δηλαδή να αμφισβητήσω τη δικαιοσύνη και δε θα την αμφισβητήσω ούτε όταν μ’ αρέσει, ούτε όταν δε μ’ αρέσει η απόφασή της, διότι είναι ένας θεσμός με τον οποίο δεν μπορούμε να παίξουμε έτσι και εμείς οι πολιτικοί, που με μεγάλη ευκολία κάνουμε κριτική».







Μ.Η.Τ. 242183