Χρέος ΗΠΑ στα 31,2 τρισ. δολάρια: Τα ελλείμματα, οι πολιτικές επιλογές και ο κίνδυνος ιστορικού ρεκόρ έως το 2030
Σε μια εξέλιξη με ισχυρό συμβολισμό αλλά και ουσιαστικές οικονομικές προεκτάσεις, το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε το 100% του ΑΕΠ, περνώντας σε μια ζώνη που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν ακραία ακόμη και για τη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη. Τα στοιχεία δείχνουν ότι στις 31 Μαρτίου το ομοσπονδιακό χρέος ανήλθε στα 31,265 τρισεκατομμύρια δολάρια, έναντι ΑΕΠ 31,216 τρισ. δολαρίων, οδηγώντας τον σχετικό δείκτη στο 100,2%.
Η υπέρβαση αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό ορόσημο. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ένδειξη της έντασης που συσσωρεύεται στα δημόσια οικονομικά των ΗΠΑ, σε ένα περιβάλλον όπου τα ελλείμματα παραμένουν επίμονα υψηλά και οι δημοσιονομικές ισορροπίες δείχνουν να μετατοπίζονται διαρκώς προς το αρνητικό. Μέσα σε λίγους μήνες, ο δείκτης αυξήθηκε αισθητά από το 99,5% που είχε καταγραφεί στο τέλος του προηγούμενου οικονομικού έτους, επιβεβαιώνοντας ότι η δυναμική του χρέους παραμένει ανεξέλεγκτη.
Διαρθρωτικά ελλείμματα και πολιτικές επιλογές που διογκώνουν το πρόβλημα
Η εικόνα αυτή δεν είναι αποτέλεσμα συγκυριακών πιέσεων, αλλά αντανακλά βαθύτερες δομικές αδυναμίες. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση συνεχίζει να δαπανά πολύ περισσότερα από όσα εισπράττει, με αναλογία περίπου 1,33 δολάρια δαπανών για κάθε δολάριο εσόδων. Το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 1,9 τρισεκατομμύρια δολάρια, επίπεδο που αντιστοιχεί σχεδόν στο 6% του ΑΕΠ.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι πολιτικές επιλογές των τελευταίων ετών. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις που προωθήθηκαν, κυρίως από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών, τίθενται σε εφαρμογή πριν αποδώσουν οι προβλεπόμενες περικοπές δαπανών, δημιουργώντας ένα χρονικό χάσμα που επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά. Την ίδια στιγμή, παράγοντες όπως οι στρατιωτικές δαπάνες, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι επιστροφές δασμών προσθέτουν επιπλέον αβεβαιότητα ως προς την τελική πορεία των μεγεθών.
Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκώς διευρυνόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα, που δεν συνδέεται πλέον με έκτακτες κρίσεις, όπως συνέβη στην πανδημία, αλλά με μόνιμα χαρακτηριστικά της οικονομικής πολιτικής.
Το «προνόμιο» του δολαρίου και τα όρια αντοχής της οικονομίας
Παρά την εκρηκτική αύξηση του χρέους, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: το δολάριο παραμένει το κυρίαρχο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, ενώ τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα θεωρούνται από τους επενδυτές ως ασφαλές καταφύγιο. Αυτό προσφέρει στην Ουάσινγκτον μεγαλύτερη ευχέρεια δανεισμού σε σχέση με άλλες οικονομίες που εμφανίζουν αντίστοιχα ή και χαμηλότερα επίπεδα χρέους, όπως η Ιταλία, η Ελλάδα ή η Ιαπωνία.
Ωστόσο, το πλεονέκτημα αυτό δεν είναι απεριόριστο. Ολοένα και περισσότεροι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η συνεχής αύξηση του χρέους θα αρχίσει να επηρεάζει το κόστος δανεισμού, ωθώντας προς τα πάνω τα επιτόκια. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να μεταφερθεί άμεσα στην πραγματική οικονομία, αυξάνοντας το κόστος στεγαστικών δανείων, καταναλωτικής πίστης και επιχειρηματικής χρηματοδότησης, ενώ παράλληλα περιορίζει τις ιδιωτικές επενδύσεις.
Η τελευταία φορά που οι ΗΠΑ έκλεισαν οικονομικό έτος με χρέος άνω του 100% του ΑΕΠ ήταν το 1946, σε ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα, η διαφορά είναι κρίσιμη: τότε επρόκειτο για προσωρινή εκτίναξη, ενώ τώρα πρόκειται για διαρθρωτική τάση. Οι προβλέψεις του Congressional Budget Office δείχνουν ότι ο δείκτης θα συνεχίσει να αυξάνεται, αγγίζοντας το 100,6% έως το τέλος του οικονομικού έτους και ξεπερνώντας το ιστορικό ρεκόρ μέχρι το 2030.
Η πορεία αυτή επιβεβαιώνει ότι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου εισέρχεται σε μια νέα, πιο απαιτητική δημοσιονομική εποχή, όπου οι ισορροπίες θα δοκιμαστούν και τα περιθώρια πολιτικών ελιγμών θα στενέψουν αισθητά.
Διαβάστε επίσης; ΗΠΑ: Ο Τραμπ υπέγραψε τη χρηματοδότηση του Department of Homeland Security – Τέλος στο 76ήμερο shutdown







Μ.Η.Τ. 242183