Έρχεται λύση για τις συντάξεις χηρείας, με διατήρηση του 70%, χωρίς αναδρομικές επιστροφές για συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα
Κοντά σε οριστική λύση φαίνεται πως βρίσκεται ένα από τα πιο ευαίσθητα ασφαλιστικά ζητήματα των τελευταίων ετών, καθώς το υπουργείο Εργασίας επεξεργάζεται σχέδιο που ουσιαστικά ακυρώνει τις περικοπές στις συντάξεις χηρείας για περίπου 150.000 συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα.
Η υπόθεση αφορά τις μειώσεις που προέβλεπε ο νόμος Κατρούγκαλου στις συντάξεις χηρείας για όσους εργάζονταν ή λάμβαναν δεύτερη σύνταξη, μειώσεις οι οποίες στην πράξη δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στον ιδιωτικό τομέα μετά το 2020.
Το ζήτημα εξελίχθηκε σε «ωρολογιακή βόμβα» για το ασφαλιστικό σύστημα, καθώς υπήρχε ορατός κίνδυνος να αναζητηθούν αναδρομικά χιλιάδων ευρώ από δικαιούχους που συνέχισαν να λαμβάνουν κανονικά τις παροχές τους επί σειρά ετών.
Το σχέδιο που εξετάζει το υπουργείο Εργασίας
Η λύση που βρίσκεται πλέον στο τραπέζι προβλέπει τη διατήρηση της σύνταξης χηρείας στο 70% της σύνταξης του θανόντος συζύγου, αντί της μείωσης στο 35% που προβλεπόταν μετά την τριετία.
Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιχειρεί να κλείσει οριστικά μια εκκρεμότητα με ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τη μαζική απαίτηση επιστροφής χρημάτων από συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, δεν θα αναζητηθούν αναδρομικά ποσά για το διάστημα κατά το οποίο δεν εφαρμόστηκε η επίμαχη διάταξη του νόμου Κατρούγκαλου. Δηλαδή, οι δικαιούχοι του ιδιωτικού τομέα που συνέχισαν να λαμβάνουν ακέραιη τη σύνταξη χηρείας τους δεν θα κληθούν να επιστρέψουν χρήματα.
Παράλληλα, φαίνεται πως εγκαταλείπεται και το σενάριο επιβολής αναδρομικών περικοπών για τα ποσά που καταβλήθηκαν μετά το 2019.
Γιατί δημιουργήθηκε το πρόβλημα
Ο νόμος 4387/2016, γνωστός ως νόμος Κατρούγκαλου, προέβλεπε ότι η σύνταξη χηρείας θα μειωνόταν από το 70% στο 35% της σύνταξης του θανόντος, εφόσον μετά την πάροδο τριών ετών ο δικαιούχος εργαζόταν ή λάμβανε δική του σύνταξη.
Αρχικά, το ποσοστό είχε καθοριστεί στο 50%, ενώ μετά την τριετία μπορούσε να περιοριστεί ακόμη και στο 25%.
Αργότερα, ο νόμος Βρούτση του 2020 αύξησε το ποσοστό της σύνταξης χηρείας στο 70%, χωρίς όμως να καταργήσει τις προϋποθέσεις περικοπής μετά την τριετία.
Έτσι, διατηρήθηκε η πρόβλεψη για μείωση στο 35% σε περιπτώσεις εργασίας ή λήψης δεύτερης σύνταξης, δημιουργώντας ένα σύνθετο ασφαλιστικό πρόβλημα που ουσιαστικά παρέμεινε ανενεργό στον ιδιωτικό τομέα.
Διαφορετική αντιμετώπιση για Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα
Η κρίσιμη διαφοροποίηση είναι ότι οι περικοπές εφαρμόστηκαν μόνο στους συνταξιούχους που προέρχονται από το Δημόσιο και τον ΟΓΑ.
Αντίθετα, στον ιδιωτικό τομέα οι συντάξεις χηρείας συνέχισαν να καταβάλλονται χωρίς μείωση, παρά το γεγονός ότι ο νόμος προέβλεπε διαφορετική μεταχείριση.
Για τον λόγο αυτό, το υπουργείο Εργασίας φέρεται να εξετάζει ξεχωριστή αντιμετώπιση για τους συνταξιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι υπέστησαν περικοπές τα προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, εξετάζεται το ενδεχόμενο επιστροφών είτε μέσω δόσεων είτε μέσω συμψηφισμού με φορολογικές υποχρεώσεις.
Τι θα γίνει με τις δύο εθνικές συντάξεις
Στο κυβερνητικό σχέδιο περιλαμβάνεται και ειδική πρόβλεψη για όσους λαμβάνουν τόσο δική τους σύνταξη γήρατος όσο και σύνταξη χηρείας.
Η πρόθεση του υπουργείου είναι να διατηρηθούν ακέραιες οι δύο εθνικές συντάξεις και να περιοριστούν οι περικοπές μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όταν συνυπάρχουν πολλαπλές συνταξιοδοτικές παροχές από ίδιο δικαίωμα μαζί με σύνταξη χηρείας.
Η τελική ρύθμιση αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από χιλιάδες δικαιούχους, καθώς θα καθορίσει όχι μόνο το ύψος των μελλοντικών παροχών αλλά και το αν θα υπάρξει οριστικό τέλος στον φόβο αναδρομικών περικοπών.
Διαβάστε επίσης; Κεραμέως: «Δεν κόβονται οι συντάξεις χηρείας» – Τέλος στα σενάρια για περικοπές και νέες παρεμβάσεις







Μ.Η.Τ. 242183