Η αιφνιδιαστική κατάρρευση της Market Financial Solutions εξελίσσεται σε μία από τις πιο ανησυχητικές υποθέσεις του ευρωπαϊκού private credit, με τις επιπτώσεις να αγγίζουν μεγάλες τράπεζες και επενδυτικά funds σε Ευρώπη και ΗΠΑ.
Η βρετανική εταιρεία bridge financing, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ταχέως αναπτυσσόμενος «παίκτης» της αγοράς ακινήτων, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο ερευνών για πιθανή απάτη δισεκατομμυρίων, προκαλώντας φόβους για νέες αλυσιδωτές πιέσεις στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η υπόθεση της MFS, ενός εξειδικευμένου βρετανικού δανειστή που δραστηριοποιούνταν στην αγορά βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης ακινήτων, έχει αφήσει πίσω της πιθανές ζημιές εκατοντάδων εκατ. δολαρίων για τράπεζες, επενδυτικές εταιρείες και funds και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς μια εταιρεία εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος κατάφερε να δημιουργήσει τόσο εκτεταμένη διασύνδεση με κορυφαίους χρηματοπιστωτικούς ομίλους.
Η MFS ειδικευόταν στο bridge financing, δηλαδή σε δάνεια μικρής διάρκειας που χορηγούνται συνήθως σε πελάτες με σημαντική ακίνητη περιουσία αλλά περιορισμένη ρευστότητα, οι οποίοι δυσκολεύονται να χρηματοδοτηθούν μέσω των παραδοσιακών τραπεζικών καναλιών. Η εταιρεία, με επικεφαλής τον Pares Raja, διατηρούσε χαρτοφυλάκιο δανείων άνω των 2,4 δισ. στερλινών και θεωρούνταν ένας από τους βασικούς «παίκτες» στη βρετανική αγορά bridge lending, με αποτίμηση που έφθανε τα 13,4 δισ. στερλίνες.
Η εταιρεία οδηγήθηκε σε διαδικασία αφερεγγυότητας τον Φεβρουάριο, εν μέσω σοβαρών καταγγελιών περί απάτης. Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκονται πρακτικές «double pledging», δηλαδή περιπτώσεις όπου τα ίδια ακίνητα φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν ως εγγύηση για πολλαπλά διαφορετικά δάνεια. Παράλληλα, φέρεται να έχει εντοπιστεί «τρύπα» ύψους 1,3 δισ. στερλινών μεταξύ της αξίας των εξασφαλίσεων και των υποχρεώσεων προς πιστωτές.
Οι πολύπλοκες χρηματοδοτικές δομές της MFS βρίσκονται πλέον στο μικροσκόπιο εποπτικών αρχών και δικαστηρίων, καθώς περίπου 12 χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί από Ευρώπη και ΗΠΑ εμφανίζονται εκτεθειμένοι στην υπόθεση.
Η Barclays αποκάλυψε στις οικονομικές της καταστάσεις ότι υπέστη πλήγμα 228 εκατ. στερλινών από την κατάρρευση της MFS, ενώ η Santander φέρεται να έχει έκθεση περίπου 267 εκατ. δολαρίων.
Η HSBC εκτιμάται ότι έχει δεχθεί πλήγμα περίπου 400 εκατ. δολαρίων, η Elliott Management εμφανίζεται εκτεθειμένη με περίπου 200 εκατ. στερλίνες, η Wells Fargo με περίπου 143 εκατ. στερλίνες και η Jefferies με περίπου 103 εκατ. στερλίνες. Παράλληλα, οι Avenue Capital Group και Castlelake εμφανίζονται επίσης εκτεθειμένες με δεκάδες εκατ. στερλίνες «στον αέρα».
Το τελικό ύψος των ζημιών θα εξαρτηθεί από το ποσοστό ανάκτησης κεφαλαίων μέσα από τη διαδικασία εκκαθάρισης.
Η υπόθεση προκαλεί νέο κύμα ανησυχίας γύρω από την ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά private credit, δηλαδή τη χρηματοδότηση εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος μέσω funds, επενδυτικών εταιρειών και εξειδικευμένων δανειστών. Ειδικοί του κλάδου προειδοποιούν ότι οι πολύπλοκες αλυσίδες χρηματοδότησης καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την ακριβή αποτίμηση κινδύνου, ειδικά όταν τα δεδομένα είναι κατακερματισμένα μεταξύ διαχειριστών, τραπεζών, επενδυτικών οχημάτων και servicers.







Μ.Η.Τ. 242183