Ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια: Η Ευρώπη μπροστά σε νέο δημοσιονομικό σοκ – Το παρασκήνιο, οι πιέσεις και το ελληνικό στοίχημα
Η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και η εκτόξευση των τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο αρχίζουν να μετατρέπονται σε πρόβλημα πρώτης γραμμής για τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Στις Βρυξέλλες επανέρχεται πλέον δυναμικά στο τραπέζι το σενάριο μιας νέας «ρήτρας διαφυγής», λίγους μόλις μήνες μετά την επαναφορά του αυστηρού δημοσιονομικού πλαισίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Κομισιόν εξετάζει παρασκηνιακά τρόπους ώστε να επιτραπεί στα κράτη-μέλη να χρηματοδοτήσουν μέρος των ενεργειακών παρεμβάσεων εκτός των περιορισμών του νέου Συμφώνου Σταθερότητας. Η συζήτηση αφορά, σύμφωνα με πληροφορίες, δημοσιονομικό περιθώριο που μπορεί να φτάσει έως και το 0,3% του ΑΕΠ κάθε χώρας.
Πίσω από τους αριθμούς, ωστόσο, κρύβεται μια πολύ βαθύτερη πολιτική και οικονομική σύγκρουση. Η Ευρώπη καλείται να απαντήσει για πρώτη φορά στο ερώτημα αν οι νέοι κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας μπορούν να αντέξουν απέναντι σε μια κρίση που δεν προέρχεται από τις αγορές χρέους ή τις τράπεζες, αλλά από έναν γεωπολιτικό πόλεμο που μεταφέρεται απευθείας στην ενέργεια, στον πληθωρισμό και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Οι πιέσεις προς την Επιτροπή εντείνονται όσο οι τιμές ενέργειας παραμένουν σε ανοδική τροχιά. Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κυριαρχεί ο φόβος ότι ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ μπορεί να συμπιέσει την ανάπτυξη, να τροφοδοτήσει νέο κύμα ακρίβειας και να επιβαρύνει σημαντικά τους κρατικούς προϋπολογισμούς μέσα στους επόμενους μήνες.
Αξιωματούχοι της ΕΕ αναγνωρίζουν πλέον ανοιχτά ότι η αυστηρή εφαρμογή του νέου πλαισίου ενδέχεται να αποδειχθεί πολιτικά και οικονομικά μη βιώσιμη αν η κρίση συνεχιστεί και κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Η Αθήνα βλέπει δημοσιονομικό «παράθυρο» ενόψει ΔΕΘ
Στην ελληνική κυβέρνηση οι εξελίξεις παρακολουθούνται με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς το οικονομικό επιτελείο αναζητά ήδη τον δημοσιονομικό χώρο που θα επιτρέψει νέες παρεμβάσεις στήριξης χωρίς να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εικόνα δημοσιονομικής σταθερότητας της χώρας.
Η ενεργειακή ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παράγοντες πίεσης για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και αγροτικό κόσμο, την ώρα που η κυβέρνηση θέλει να διατηρήσει το αφήγημα της ισχυρής ανάπτυξης και της επενδυτικής αξιοπιστίας. Με τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης να πλησιάζει, η ανάγκη για στοχευμένες οικονομικές παρεμβάσεις γίνεται ακόμη πιο έντονη.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια ευρωπαϊκή «ενεργειακή ρήτρα ευελιξίας» θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κρίσιμο εργαλείο για την Αθήνα. Με βάση τα σημερινά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, το 0,3% του ΑΕΠ μεταφράζεται σε περίπου 800 εκατ. ευρώ επιπλέον δημοσιονομικού χώρου, ποσό που θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει νέα μέτρα στήριξης για την αγορά και τα ευάλωτα νοικοκυριά.
Ωστόσο, το μοντέλο των οριζόντιων επιδοτήσεων της περιόδου 2022-2023 δεν φαίνεται να επιστρέφει. Το κυβερνητικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται περισσότερο σε στοχευμένες παρεμβάσεις με χαμηλότερο δημοσιονομικό αποτύπωμα αλλά υψηλότερη πολιτική και κοινωνική αποτελεσματικότητα.
Στο τραπέζι βρίσκονται σενάρια στήριξης για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενεργοβόρους κλάδους, αγρότες και ευάλωτα νοικοκυριά, ενώ εξετάζονται και μηχανισμοί που θα μπορούσαν να απορροφήσουν μέρος των νέων αυξήσεων στο ενεργειακό κόστος χωρίς να διαταραχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι.
Για την Αθήνα, η συζήτηση δεν αφορά μόνο τα μέτρα των επόμενων μηνών. Αφορά συνολικά τον βαθμό ελευθερίας που θα έχει η κυβέρνηση στη χάραξη οικονομικής πολιτικής ενόψει του 2027 και της επόμενης εκλογικής περιόδου.
Η Μελόνι πιέζει, η Ευρώπη διχάζεται και η Κομισιόν φοβάται το προηγούμενο
Το ισχυρότερο πολιτικό σήμα υπέρ μιας νέας δημοσιονομικής χαλάρωσης έρχεται από τη Ρώμη. Η κυβέρνηση Μελόνι πρωταγωνιστεί στις πιέσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητώντας η ενεργειακή κρίση να αντιμετωπιστεί ως μια έκτακτη συνθήκη αντίστοιχη με εκείνη που οδήγησε πρόσφατα στη μεγαλύτερη ευελιξία για τις αμυντικές δαπάνες.
Η Ιταλία βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, καθώς το υψηλό δημόσιο χρέος περιορίζει τα περιθώρια δημοσιονομικών κινήσεων, ενώ η εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας καθιστά την οικονομία ευάλωτη σε νέες ανατιμήσεις.
Η Ρώμη επιμένει ότι οι εθνικοί προϋπολογισμοί δεν μπορούν να σηκώσουν μόνοι τους το βάρος μιας νέας ενεργειακής κρίσης και ζητά ευρωπαϊκή απάντηση που θα επιτρέπει προσωρινές αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς κανόνες χωρίς κυρώσεις.
Το επιχείρημα αρχίζει να βρίσκει συμμάχους. Η Ισπανία πιέζει για μέτρα προστασίας των καταναλωτών, η Γαλλία ανησυχεί για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της, ενώ οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης δίνουν έμφαση στην ενεργειακή ασφάλεια και στις επενδύσεις σε δίκτυα και υποδομές.
Η Κομισιόν, ωστόσο, βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά γνωρίζει ότι χωρίς κάποια μορφή ευελιξίας η οικονομική πίεση στις κυβερνήσεις θα ενταθεί επικίνδυνα. Από την άλλη, αντιλαμβάνεται ότι κάθε χαλάρωση δημιουργεί προηγούμενο και κινδυνεύει να αποδυναμώσει την αξιοπιστία του νέου Συμφώνου Σταθερότητας πριν ακόμη εφαρμοστεί πλήρως.
Για τον λόγο αυτό εξετάζονται πολλαπλά σενάρια. Ένα μοντέλο προβλέπει περιορισμένη εξαίρεση μόνο για προσωρινά μέτρα στήριξης. Ένα δεύτερο αφορά αποκλειστικά επενδύσεις ενεργειακής ασφάλειας, όπως αποθήκες φυσικού αερίου, ηλεκτρικά δίκτυα και υποδομές διαφοροποίησης προμηθευτών. Ένα τρίτο συνδέει τη δημοσιονομική ευελιξία με συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και δεσμεύσεις από τις κυβερνήσεις.
Το γεγονός ότι παραμένουν ανοιχτές τόσες διαφορετικές επιλογές δείχνει ότι η τελική απόφαση απέχει ακόμη. Ωστόσο, το μήνυμα που στέλνει ήδη η αγορά είναι σαφές: η Ευρώπη βρίσκεται ξανά μπροστά στο ίδιο στρατηγικό δίλημμα που αντιμετώπισε στην πανδημία και στην πρώτη ενεργειακή κρίση. Να προστατεύσει τη δημοσιονομική πειθαρχία ή να προστατεύσει την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.
Διαβάστε επίσης: Ρήτρα διαφυγής: «Φρένο» από το Eurogroup – Χωρίς «ομπρέλα» στήριξης η Ευρώπη







Μ.Η.Τ. 242183