Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ αποκαλύπτει ότι οι ανισότητες στην Ελλάδα εκτείνονται πέρα από το εισόδημα, αγγίζοντας εργασία, υγεία και στέγαση
Η ελληνική οικονομία μπορεί να εμφανίζει τα τελευταία χρόνια ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, βελτιωμένα δημόσια οικονομικά και αποκλιμάκωση βασικών δεικτών ανισότητας, όμως η καθημερινότητα μεγάλου μέρους των πολιτών αφηγείται μια διαφορετική ιστορία.
Αυτό είναι ίσως το πιο ηχηρό συμπέρασμα της νέας μελέτης του ΙΟΒΕ, η οποία επιχειρεί να αποτυπώσει την πραγματική διάσταση των κοινωνικών ανισοτήτων στην Ελλάδα. Και η εικόνα που προκύπτει είναι σαφώς πιο σύνθετη από ό,τι δείχνουν οι παραδοσιακοί οικονομικοί δείκτες.
Παρά το γεγονός ότι ο δείκτης εισοδηματικής ανισότητας Gini υποχώρησε από το 0,316 το 2015 στο 0,292 το 2025, σχεδόν ένας στους τρεις Έλληνες δηλώνει ότι αισθάνεται φτωχός, ενώ περισσότεροι από οκτώ στους δέκα θεωρούν πως οι οικονομικές διαφορές στη χώρα είναι υπερβολικά μεγάλες.
Το εύρημα αυτό αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική κοινωνία και την οικονομική πολιτική. Η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αίσθημα κοινωνικής προόδου, καθώς η ποιότητα ζωής επηρεάζεται από πολύ περισσότερους παράγοντες πέρα από το δηλωμένο εισόδημα.
Η πρόσβαση στην εργασία, η δυνατότητα εκπαίδευσης, η υγειονομική κάλυψη, η φροντίδα των ηλικιωμένων και κυρίως το κόστος στέγασης διαμορφώνουν πλέον ένα νέο τοπίο κοινωνικών ανισοτήτων, το οποίο δεν αποτυπώνεται πλήρως στους παραδοσιακούς στατιστικούς δείκτες.
Η στέγαση, η εργασία και η υγεία δημιουργούν νέες κοινωνικές γραμμές διαχωρισμού
Παρά τη συνεχιζόμενη οικονομική ανάκαμψη, το ποσοστό σχετικής φτώχειας παραμένει στο 20%, ενώ το ανώτερο 1% των νοικοκυριών συγκεντρώνει σχεδόν το 10% του συνολικού εισοδήματος της χώρας.
Ταυτόχρονα, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να εμφανίζει διαρθρωτικές αδυναμίες. Η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ γυναίκες, νέοι και άτομα με αναπηρία συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια πρόσβασης στην απασχόληση.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα. Σύμφωνα με τη μελέτη, ένα άτομο που γεννιέται στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα έχει μόλις περίπου 12% πιθανότητες να βρεθεί αργότερα στο ανώτερο 25% της εισοδηματικής κλίμακας. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η οικονομική θέση εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.
Την ίδια στιγμή, οι ανισότητες γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς στον τομέα της υγείας. Οι πολίτες με χαμηλά εισοδήματα εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά χρόνιων νοσημάτων και μεγαλύτερες δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες περίθαλψης.
Το πρόβλημα επιβαρύνεται από το γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ιδιωτικές δαπάνες υγείας. Έτσι, η οικονομική δυνατότητα του κάθε νοικοκυριού επηρεάζει άμεσα την ποιότητα και την ταχύτητα πρόσβασης σε ιατρικές υπηρεσίες, δημιουργώντας ένα πρόσθετο πεδίο κοινωνικών ανισοτήτων.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη πίεση φαίνεται να προέρχεται πλέον από τη στέγαση.
Η εκτόξευση των ενοικίων, το υψηλό κόστος κατοικίας και η μειωμένη διαθεσιμότητα προσιτών ακινήτων έχουν μετατρέψει τη στέγη σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες οικονομικής πίεσης για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Τα στοιχεία της μελέτης είναι αποκαλυπτικά. Το 83% των νοικοκυριών που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας δαπανά δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, ποσοστό σχεδόν τριπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παράλληλα, περισσότερο από το ένα τρίτο των φτωχότερων νοικοκυριών δηλώνει ότι αδυνατεί να θερμάνει επαρκώς την κατοικία του, γεγονός που αναδεικνύει τη σύνδεση της στεγαστικής κρίσης με το ευρύτερο πρόβλημα του κόστους ζωής.
Το μεγάλο στοίχημα της κοινωνικής συνοχής και οι παρεμβάσεις που προτείνει το ΙΟΒΕ
Η βασική διαπίστωση της μελέτης είναι ότι η ανισότητα στην Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση το εισόδημα. Οι πραγματικές ευκαιρίες ενός πολίτη καθορίζονται από ένα πλέγμα παραγόντων που επηρεάζουν την πρόσβασή του σε κρίσιμα κοινωνικά αγαθά και υπηρεσίες.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία εμφανίζει θετικές επιδόσεις σε επίπεδο ανάπτυξης, επενδύσεων και δημοσιονομικής σταθερότητας. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η δημιουργία νέου πλούτου, αλλά και η αποτελεσματικότερη διάχυσή του στην κοινωνία.
Για τον λόγο αυτό, το ΙΟΒΕ εισηγείται ένα ευρύ πλαίσιο παρεμβάσεων που εκτείνεται από την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών παροχών και τη μείωση των βαρών στην εργασία έως την αναβάθμιση της δημόσιας υγείας, τη στήριξη της προσχολικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και τη δημιουργία ενός πιο ισχυρού συστήματος μακροχρόνιας φροντίδας για τους ηλικιωμένους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο στεγαστικό ζήτημα, με προτάσεις για αύξηση της προσφοράς προσιτών κατοικιών και στοχευμένη υποστήριξη των οικονομικά ασθενέστερων νοικοκυριών.
Διαβάστε επίσης: ΙΟΒΕ: Νέα κάμψη στο οικονομικό κλίμα τον Απρίλιο – Ανησυχία για βιομηχανία και ακρίβεια







Μ.Η.Τ. 242183