Συνταγματική Αναθεώρηση: Το μεγάλο πολιτικό παζάρι ξεκινά – Πώς τα κόμματα σχεδιάζουν να ελέγξουν την επόμενη Αναθεωρητική Βουλή
Με φόντο την αναζήτηση πολιτικών συγκλίσεων, αλλά και έντονους υπολογισμούς για την επόμενη ημέρα, ανοίγει σήμερα στη Βουλή ο κύκλος των εργασιών της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες κοινοβουλευτικές διαδικασίες της τρέχουσας περιόδου, η οποία ωστόσο συνοδεύεται από ένα ιδιότυπο πολιτικό παράδοξο: ενώ η παρούσα Βουλή καλείται να αποφασίσει ποια άρθρα μπορούν να αλλάξουν, η ουσιαστική μάχη για το περιεχόμενο των αλλαγών θα δοθεί από την επόμενη Βουλή, μετά τις εθνικές εκλογές.
Η Επιτροπή συγκροτήθηκε έπειτα από πρόταση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και αναλαμβάνει να καταγράψει ποιες συνταγματικές διατάξεις θεωρούνται ώριμες για αναθεώρηση. Η σχετική έκθεση θα οδηγηθεί σε δύο ψηφοφορίες στην Ολομέλεια, όπως προβλέπει το άρθρο 110 του Συντάγματος, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μελλοντική Αναθεωρητική Βουλή που θα καθορίσει το τελικό περιεχόμενο των αλλαγών.
Αυτό σημαίνει ότι η τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδος λειτουργεί ουσιαστικά ως προθάλαμος μιας ευρύτερης πολιτικής αναμέτρησης. Οι βουλευτές δεν θα ψηφίσουν συγκεκριμένες διατυπώσεις ούτε θα αποφασίσουν επί της ουσίας των νέων συνταγματικών ρυθμίσεων. Θα κρίνουν μόνο ποια άρθρα αξίζει να μπουν στο τραπέζι της αναθεώρησης.
Πίσω όμως από αυτή τη θεσμική διαδικασία εξελίσσεται ήδη ένα σύνθετο παιχνίδι πολιτικών ισορροπιών. Τα κόμματα γνωρίζουν ότι οι συσχετισμοί της επόμενης Βουλής θα καθορίσουν ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στις τελικές συνταγματικές παρεμβάσεις και γι’ αυτό οι κινήσεις τους θυμίζουν περισσότερο στρατηγική προεκλογικής περιόδου παρά μια κλασική διαδικασία συνταγματικού διαλόγου.
Η «χιαστί» πλειοψηφία και οι πολιτικοί υπολογισμοί της αντιπολίτευσης
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται ο κανόνας της λεγόμενης «χιαστί» πλειοψηφίας, ο οποίος μετατρέπει κάθε ψήφο σε κρίσιμο πολιτικό εργαλείο.
Εάν μια διάταξη συγκεντρώσει 180 ψήφους στην παρούσα Βουλή, τότε η επόμενη Βουλή θα μπορεί να καθορίσει το περιεχόμενό της με απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών. Αντίθετα, εάν σήμερα λάβει μόνο 151 ψήφους, τότε η Αναθεωρητική Βουλή θα χρειαστεί αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών για να ολοκληρώσει την αλλαγή.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο εστιάζει η στρατηγική της αντιπολίτευσης.
Κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλες πολιτικές δυνάμεις εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικά απέναντι στο ενδεχόμενο να δώσουν σήμερα ευρείες πλειοψηφίες στις προτάσεις της κυβέρνησης. Ακόμη και σε άρθρα όπου αναγνωρίζουν ότι απαιτούνται αλλαγές, επιλέγουν να κρατήσουν αποστάσεις, επιδιώκοντας να διατηρήσουν καθοριστικό ρόλο στην επόμενη φάση.
Στην πραγματικότητα, πίσω από τη ρητορική περί θεσμικής ευθύνης εξελίσσεται μία μάχη επιρροής για το ποιος θα γράψει το τελικό κείμενο του νέου Συντάγματος.
Χαρακτηριστική ήταν η παρατήρηση έμπειρου κοινοβουλευτικού παράγοντα, ο οποίος παρομοίαζε τη διαδικασία με ποδοσφαιρικό αγώνα, σημειώνοντας ότι «το αποτέλεσμα δεν θα κριθεί στο πρώτο ημίχρονο αλλά στο δεύτερο». Με άλλα λόγια, η σημερινή συζήτηση αποτελεί μόνο την εναρκτήρια φάση ενός θεσμικού αγώνα που θα κορυφωθεί μετά τις κάλπες.
Η κυβέρνηση από την πλευρά της επιμένει ότι η διαδικασία δεν πρέπει να μετατραπεί σε πεδίο μικροκομματικών τακτικών. Ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας Ευριπίδης Στυλιανίδης έχει καταστήσει σαφές ότι θα επιδιώξει μέχρι τέλους συναινέσεις, υποστηρίζοντας πως η συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί ευρύτερες πολιτικές συμφωνίες και όχι συγκυριακές κομματικές πλειοψηφίες.
Τεχνητή Νοημοσύνη, Πανεπιστήμια, Δικαιοσύνη και λογοδοσία στο επίκεντρο των αλλαγών
Παρά τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, υπάρχουν αρκετά πεδία στα οποία καταγράφονται σημεία επαφής μεταξύ των κομμάτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η πρόταση για το άρθρο 5Α, όπου η Νέα Δημοκρατία εισηγείται για πρώτη φορά συνταγματική αναφορά στην Τεχνητή Νοημοσύνη, με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι νέες τεχνολογίες θα λειτουργούν προς όφελος της ελευθερίας του ατόμου και της κοινωνικής ευημερίας. Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, επιδιώκει τη συνταγματική θωράκιση της «Διαύγειας», συνδέοντας το ζήτημα με τη διαφάνεια στη διαχείριση δημόσιων πόρων.
Στο άρθρο 16 για την ανώτατη εκπαίδευση, αναμένεται μία από τις πιο σκληρές πολιτικές συγκρούσεις. Η κυβερνητική πρόταση ανοίγει τον δρόμο για πανεπιστήμια δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα υπό κρατική εποπτεία, ενώ το ΠΑΣΟΚ θέτει ως προϋπόθεση τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα των μη κρατικών ιδρυμάτων και παράλληλα ζητά ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστημίου.
Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι προτάσεις για το άρθρο 21, όπου συγκλίνουν διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες γύρω από το ζήτημα της στέγης. Η κυβέρνηση μιλά για κρατική μέριμνα υπέρ της προσιτής κατοικίας, ενώ ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ ζητούν ισχυρότερη συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος στη στέγαση και τη συνταγματική θωράκιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Ιδιαίτερο πολιτικό βάρος έχουν επίσης οι παρεμβάσεις στα άρθρα 86 και 90 που αφορούν την ποινική μεταχείριση υπουργών και την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Οι προτάσεις όλων των κομμάτων κινούνται προς την κατεύθυνση της αποδυνάμωσης του άμεσου κυβερνητικού ελέγχου, αν και οι διαδρομές που προτείνουν διαφέρουν σημαντικά.
Το ίδιο ισχύει και για τις Ανεξάρτητες Αρχές, όπου κυβέρνηση, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ συμφωνούν ότι απαιτείται ενίσχυση της θεσμικής τους θωράκισης, διαφωνούν όμως στον τρόπο επιλογής των διοικήσεών τους και στις εγγυήσεις ανεξαρτησίας.
Το βέβαιο είναι ότι η διαδικασία που ξεκινά σήμερα δεν αφορά μόνο νομικές διατυπώσεις. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα κόμματα οραματίζονται τη λειτουργία του κράτους, της Δικαιοσύνης, της δημόσιας διοίκησης και των θεσμών για τις επόμενες δεκαετίες. Και όσο κι αν οι επίσημες τοποθετήσεις μιλούν για συναίνεση, στους διαδρόμους της Βουλής όλοι γνωρίζουν ότι η πραγματική μάχη της Συνταγματικής Αναθεώρησης μόλις αρχίζει.
Διαβάστε επίσης: Συνταγματική Αναθεώρηση: Στο τραπέζι ασυλία υπουργών και μονιμότητα στο Δημόσιο






Μ.Η.Τ. 242183