Ο Άρειος Πάγος απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή της EPPO για την ακύρωση της παράτασης θητείας των Ελλήνων ευρωεισαγγελέων
Νέα θεσμική ένταση στο πεδίο των σχέσεων εθνικής και ευρωπαϊκής δικαιοσύνης προκαλεί η απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου να απορρίψει ως απαράδεκτη την προσφυγή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την παράταση της θητείας των τριών Ελλήνων εντεταλμένων ευρωεισαγγελέων.
Η υπόθεση αφορά τις εντεταλμένες ευρωεισαγγελείς Πόπη Παπανδρέου και Χαρίκλεια Θάνου, καθώς και τον Διονύσιο Μουζάκη, των οποίων η θητεία παρατάθηκε για δύο χρόνια με απόφαση του 11μελούς Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υπό τη Λάουρα Κοβέσι, είχε ζητήσει την ακύρωση της απόφασης, επικαλούμενη την προηγούμενη απόφαση του Κολεγίου της EPPO στο Λουξεμβούργο, που είχε ανανεώσει τη θητεία τους για πέντε χρόνια.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία συνεδρίασε κεκλεισμένων των θυρών, απέρριψε την προσφυγή με ευρεία πλειοψηφία, καθώς 72 μέλη τάχθηκαν υπέρ της απόρριψης και 10 κατά.
Γιατί κρίθηκε απαράδεκτη η προσφυγή της EPPO
Το βασικό σκεπτικό της απόφασης ήταν δικονομικό και αφορούσε το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Σύμφωνα με την κρίση της πλειοψηφίας, η ελληνική νομοθεσία για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών προβλέπει ότι δικαίωμα προσφυγής έχουν μόνο οι ίδιοι οι δικαστές ή εισαγγελείς τους οποίους αφορά η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
Επιπλέον, η δυνατότητα αυτή προϋποθέτει ότι στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο έχει υπάρξει μειοψηφία τουλάχιστον δύο ψήφων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απόφαση του 11μελούς οργάνου ήταν ομόφωνη, γεγονός που ενίσχυσε το σκεπτικό περί απαραδέκτου.
Με βάση αυτή την προσέγγιση, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κρίθηκε ότι δεν νομιμοποιείται να προσφύγει για λογαριασμό των τριών Ελλήνων ευρωεισαγγελέων, ακόμη και αν η ίδια θεωρεί ότι θίγεται η ενότητα λειτουργίας του θεσμού της.
Η σύγκρουση για την πενταετή ή διετή ανανέωση
Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται στη διαφορετική ανάγνωση των αρμοδιοτήτων μεταξύ του ελληνικού Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η EPPO υποστήριξε ότι το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είχε ήδη αποφασίσει την ανανέωση της θητείας των ευρωπαίων εισαγγελέων για πέντε χρόνια και ότι τα κράτη-μέλη δεν μπορούν να παρεκκλίνουν μονομερώς από αυτή την απόφαση.
Κατά την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε ενώπιον της Ολομέλειας, η διαφορετική διάρκεια ανανέωσης ανά κράτος θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα ενότητας και λειτουργικής συνοχής στον ευρωπαϊκό θεσμό.
Τις θέσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ανέπτυξε ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Σπύρος Βλαχόπουλος, ο οποίος επικεντρώθηκε στην αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου και στην ανάγκη ενιαίας εφαρμογής των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Στο ίδιο πλαίσιο ζητήθηκε η αποστολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να αποσαφηνιστεί ποιο όργανο έχει την τελική αρμοδιότητα για τη διάρκεια της θητείας των εντεταλμένων ευρωεισαγγελέων.
Η μειοψηφία και το ανοιχτό θεσμικό ζήτημα
Αν και η προσφυγή απορρίφθηκε με μεγάλη πλειοψηφία, η ύπαρξη μειοψηφίας 10 μελών δείχνει ότι το ζήτημα δεν θεωρείται θεσμικά αδιάφορο.
Η μειοψηφία φέρεται να υποστήριξε τόσο τη δυνατότητα της Λάουρα Κοβέσι και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να προσφύγουν όσο και την ανάγκη να εξεταστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ζήτημα της αρμοδιότητας για την ανανέωση της θητείας.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου κλείνει, σε εθνικό επίπεδο, το συγκεκριμένο δικονομικό σκέλος της υπόθεσης, ωστόσο αφήνει ανοιχτό το ευρύτερο ερώτημα για τα όρια ανάμεσα στην εθνική δικαστική αυτοδιοίκηση και στη λειτουργική αυτονομία ευρωπαϊκών θεσμών όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Διαβάστε επίσης: Κοβέσι: Προσφυγή στον Άρειο Πάγο για τη διετή ανανέωση θητείας των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων







Μ.Η.Τ. 242183