Οριακά κέρδη κατέγραψε ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600, ενώ το Λονδίνο ενισχύθηκε κατά 0,3%, το Παρίσι σημείωσε άνοδο 0,5% και η Φρανκφούρτη υποχώρησε κατά 0,6%. Στο επίκεντρο των πιέσεων βρέθηκε η Rheinmetall, η οποία κατέγραψε «βουτιά» 18,6%.
Με μεικτά πρόσημα ολοκλήρωσαν τη συνεδρίαση της Τετάρτης οι ευρωπαϊκές μετοχές, καθώς οι πιέσεις στον τεχνολογικό κλάδο αποκλιμακώθηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ οι τιμές του πετρελαίου συνέχισαν την πτωτική τους πορεία.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx Europe 600 έκλεισε οριακά υψηλότερα, καταγράφοντας κέρδη 0,08% στις 635 μονάδες. Ο δείκτης FTSE 100 στο Λονδίνο ενισχύθηκε κατά 0,3% στις 10.461 μονάδες, ο CAC 40 στο Παρίσι σημείωσε άνοδο 0,5% στις 8.385 μονάδες, ενώ ο DAX στη Φρανκφούρτη υποχώρησε κατά 0,6% στις 24.740 μονάδες. Οι αγορές του Μιλάνου και της Μαδρίτης έχασαν 0,7% και 0,4% αντίστοιχα.
Η πτώση του γερμανικού δείκτη αποδόθηκε κυρίως στη μεγάλη διόρθωση της μετοχής της Rheinmetall, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων, σημειώνοντας πτώση 18,6% — μία από τις μεγαλύτερες ημερήσιες απώλειες των τελευταίων ετών.
Οι μετοχές του αμυντικού κλάδου δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις μετά από δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει τα σχέδια για την κατασκευή έξι πολεμικών πλοίων.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε ανησυχία στους επενδυτές ότι τα αναμενόμενα οφέλη για τις αμυντικές βιομηχανίες από την αύξηση των κρατικών αμυντικών δαπανών ενδέχεται να αποδειχθούν μικρότερα από όσα είχε προεξοφλήσει η αγορά.
Απώλειες κατέγραψε και ο μεταλλευτικός κλάδος, καθώς η τιμή του χρυσού υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων επτά μηνών.
Η πτώση του πολύτιμου μετάλλου συνδέεται με τις αυξανόμενες ανησυχίες ότι τα επιτόκια ενδέχεται να παραμείνουν υψηλά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή ακόμη και να αυξηθούν περαιτέρω, γεγονός που μειώνει την ελκυστικότητα του χρυσού ως επενδυτικού καταφυγίου.
Παράλληλα, η αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου και η εξασθένηση των πληθωριστικών πιέσεων προσφέρουν στήριξη στις αγορές. Ωστόσο, η αβεβαιότητα γύρω από τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων και των κρατικών δαπανών εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά το επενδυτικό κλίμα.







Μ.Η.Τ. 242183