Η ΤτΕ συνδέει τις μισθολογικές αυξήσεις με πληθωρισμό και παραγωγικότητα, ενώ ζητά πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση του δημογραφικού
Σαφές μήνυμα υπέρ μιας πιο συγκρατημένης μισθολογικής πολιτικής εκπέμπει η Τράπεζα της Ελλάδος μέσω της τελευταίας Έκθεσης Νομισματικής Πολιτικής, επισημαίνοντας ότι οι αυξήσεις στις αποδοχές θα πρέπει να κινούνται εντός των ορίων που επιτρέπουν η παραγωγικότητα και ο πληθωρισμός, χωρίς να επιβαρύνουν το κόστος εργασίας των επιχειρήσεων.
Η κεντρική τράπεζα εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η διατήρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, ιδιαίτερα μετά τη νέα άνοδο των ενεργειακών τιμών, η οποία αυξάνει το κόστος παραγωγής και συμπιέζει τα περιθώρια των επιχειρήσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΤτΕ καλεί κυβέρνηση, εργοδοτικές οργανώσεις και συνδικάτα να κινηθούν με προσοχή στις νέες συλλογικές διαπραγματεύσεις, ώστε οι μισθολογικές εξελίξεις να στηρίζουν το διαθέσιμο εισόδημα χωρίς να υπονομεύουν τη δυναμική της οικονομίας.
Οι αυξήσεις μισθών δεν πρέπει να ξεπεράσουν τον πληθωρισμό
Στην έκθεσή της, η Τράπεζα της Ελλάδος υπογραμμίζει ότι η πολιτική αμοιβών πρέπει να είναι συμβατή με τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, αποφεύγοντας την αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας.
Η επισήμανση αυτή ερμηνεύεται ως σύσταση οι αυξήσεις των μισθών να παραμείνουν κοντά στον προβλεπόμενο πληθωρισμό, ο οποίος για το 2026 εκτιμάται στο 3,9%. Με άλλα λόγια, η κεντρική τράπεζα θεωρεί ότι οι μισθολογικές αυξήσεις δεν θα πρέπει να υπερβούν αισθητά το όριο του 4%, ώστε να μην δημιουργηθούν πρόσθετες πιέσεις στο κόστος των επιχειρήσεων.
Η ΤτΕ εκφράζει επίσης την άποψη ότι οι νέες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που θα συναφθούν στο πλαίσιο της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση αυτής της ισορροπίας, εξασφαλίζοντας παράλληλα σταθερότητα στην αγορά εργασίας.
Στην ίδια κατεύθυνση προτείνει τη συνέχιση της μείωσης του μη μισθολογικού κόστους, όπως μέσω περαιτέρω αποκλιμάκωσης των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και την ενίσχυση των ελέγχων για την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας, η οποία δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων.
Επιβράδυνση των μισθολογικών αυξήσεων και του κόστους εργασίας
Τα στοιχεία που παρουσιάζει η έκθεση δείχνουν ότι ήδη από τις αρχές του 2026 καταγράφεται επιβράδυνση στους ρυθμούς αύξησης των αποδοχών.
Κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, οι συνολικές αμοιβές αυξήθηκαν κατά 4,5%, έναντι 7% το αντίστοιχο διάστημα του 2025, ενώ οι αμοιβές ανά μισθωτό ενισχύθηκαν κατά 3,3%, από 4,2% ένα χρόνο νωρίτερα.
Παράλληλα, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε με χαμηλότερο ρυθμό, στο 1,7%, έναντι 2,4% το προηγούμενο έτος, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων, καθώς η παραγωγικότητα εμφάνισε μόνο οριακή επιβράδυνση.
Η εικόνα των συλλογικών συμβάσεων δείχνει επίσης ότι η αγορά εργασίας κινείται με πιο ήπιους ρυθμούς. Στο διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου 2026 υπογράφηκαν 86 νέες επιχειρησιακές συμβάσεις που καλύπτουν περίπου 65.400 εργαζόμενους, εκ των οποίων μόνο οι 32 περιλαμβάνουν ρητές αυξήσεις αποδοχών. Την ίδια περίοδο, στο Δημόσιο οι δαπάνες για μισθούς αυξήθηκαν κατά 2,1% σε ετήσια βάση.
Νέο καμπανάκι για το δημογραφικό και την αγορά εργασίας
Πέρα από τις παρεμβάσεις για τους μισθούς, η Τράπεζα της Ελλάδος επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα του δημογραφικού, το οποίο χαρακτηρίζει ως μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.
Η συνεχής γήρανση και η μείωση του πληθυσμού, σύμφωνα με την έκθεση, περιορίζουν σταδιακά το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, δημιουργώντας σημαντικές προκλήσεις για την οικονομία και την αγορά εργασίας.
Η ΤτΕ θεωρεί θετικά τα μέτρα που έχουν ήδη υιοθετηθεί, όπως η φορολογική ελάφρυνση των οικογενειών με παιδιά και το επίδομα γέννησης, ωστόσο εκτιμά ότι δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.
Για τον λόγο αυτό ζητά πρόσθετες οικονομικές και θεσμικές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν τις γεννήσεις και θα διευκολύνουν τη συμφιλίωση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών και των νέων στην αγορά εργασίας.
Παράλληλα, προτείνει την υιοθέτηση ισχυρότερων κινήτρων για τον επαναπατρισμό Ελλήνων επιστημόνων και εργαζομένων υψηλής εξειδίκευσης που βρίσκονται στο εξωτερικό, ενώ επισημαίνει και την ανάγκη προσέλκυσης εργαζομένων από τρίτες χώρες για την κάλυψη των σημαντικών ελλείψεων προσωπικού σε κλάδους όπως η γεωργία, οι κατασκευές και ο τουρισμός.
Η κεντρική τράπεζα καταλήγει ότι η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος και η ενίσχυση της παραγωγικότητας αποτελούν αλληλένδετες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια.
Διαβάστε επίσης: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ: Η ελληνική οικονομία χρειάζεται αύξηση μισθών, επενδύσεις και ενίσχυση της παραγωγικότητας







Μ.Η.Τ. 242183