Η απόσπαση της συζύγου του στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση πραγματοποιήθηκε «νόμιμα», υποστηρίζει ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Νικόλας Φαραντούρης, απαντώντας με ανάρτησή του στο Facebook σε χθεσινό δημοσίευμα της εφημερίδας «Δημοκρατία» και στις σχετικές αναφορές που ακολούθησαν.
Ο κ. Φαραντούρης αναφέρει ότι η σύζυγός του, Θεοδώρα Αϊβάζογλου, είναι «καταξιωμένη οικονομολόγος, απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του London School of Economics (LSE), με υψηλή εξειδίκευση και πολυετή εμπειρία στη δημόσια διοίκηση».
Όπως επισημαίνει, η απόσπασή της πραγματοποιήθηκε κατόπιν επίσημης πρόσκλησης της ίδιας της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας (ΜΕΑ), με αριθμό πρωτοκόλλου 8002/22.12.2025, προκειμένου να καλυφθούν επείγουσες ανάγκες στελέχωσης της Μονάδας Οικονομικής Πολιτικής. Παράλληλα, διευκρινίζει ότι λαμβάνει αποκλειστικά τις προβλεπόμενες αποδοχές για τους αποσπασμένους υπαλλήλους.
Σύμφωνα με τον ευρωβουλευτή, η πρόσκληση εκδόθηκε λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας που αντιμετωπίζει η ΜΕΑ το 2026, εν μέσω των κρίσιμων διαπραγματεύσεων για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034, καθώς και της ελληνικής συμμετοχής σε ζητήματα ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, οικονομικής διακυβέρνησης και δημοσιονομικής πολιτικής.
Ο ίδιος υποστηρίζει ακόμη ότι η ΜΕΑ ζήτησε την άμεση ενίσχυση της Μονάδας Οικονομικών με εξειδικευμένο προσωπικό και ότι η Θεοδώρα Αϊβάζογλου, μαζί με ακόμη ένα εξειδικευμένο στέλεχος του Υπουργείου Οικονομικών, επιλέχθηκαν βάσει των απαιτούμενων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών των συναρμόδιων υπουργείων.
Όπως αναφέρει, για την απόσπαση εκδόθηκε Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ), η οποία δημοσιεύθηκε κανονικά, ενώ η σχετική πράξη αναρτήθηκε και στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ, «σε αντίθεση με όσα αναληθώς γράφονται».
Στην ανάρτησή του, ο κ. Φαραντούρης παραθέτει επίσης το βιογραφικό της συζύγου του, ενώ εξαπολύει αιχμές κατά των επικριτών της, σημειώνοντας ότι «είναι θλιβερό και αποκαλυπτικό γυναίκες σαν τη Δώρα να γίνονται στόχος ανδρών με πλαστά πτυχία ή ανύπαρκτα προσόντα, που για χρόνια πληρώνονταν από το κράτος επειδή, κατά δήλωσή τους, ήταν “όμορφοι”, και που κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια».
«Δεν ήμασταν, δεν είμαστε και δεν πρόκειται να γίνουμε όλοι ίδιοι», καταλήγει στην ανάρτησή του.







Μ.Η.Τ. 242183