Οι τράπεζες ανοίγουν τη στρόφιγγα της στεγαστικής πίστης με χαμηλότερα επιτόκια: Η Ελλάδα στις φθηνότερες αγορές της ευρωζώνης
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ελληνικών τραπεζών για την προσέλκυση νέων πελατών στη στεγαστική πίστη αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, οδηγώντας σε σημαντική αποκλιμάκωση των επιτοκίων και βελτιώνοντας τους όρους χρηματοδότησης για όσους σχεδιάζουν να αποκτήσουν κατοικία.
Παρά τις πιέσεις που εξακολουθεί να δέχεται η αγορά ακινήτων και το αυξημένο κόστος αγοράς κατοικίας, τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι τα νέα στεγαστικά δάνεια στην Ελλάδα προσφέρονται πλέον με επιτόκια αισθητά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ακόμη και στις χρηματοδοτήσεις με μακροχρόνιο σταθερό επιτόκιο.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη στρατηγική των τραπεζών να ενισχύσουν τη στεγαστική πίστη, αξιοποιώντας τόσο τη μείωση του κόστους χρήματος όσο και τον αυξημένο ανταγωνισμό για ποιοτικούς δανειολήπτες.
Η Ελλάδα στις πιο ανταγωνιστικές αγορές στεγαστικών δανείων
Τα στοιχεία του Μαΐου επιβεβαιώνουν τη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης.
Στα νέα στεγαστικά δάνεια με σταθερό επιτόκιο διάρκειας από ένα έως πέντε έτη, το μέσο επιτόκιο στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,10%, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, που ανήλθε στο 3,47%.
Η επίδοση αυτή κατατάσσει την Ελλάδα στην πέμπτη φθηνότερη αγορά στεγαστικής πίστης μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν ιδιαίτερα μεγάλες. Στη Λετονία το μέσο επιτόκιο φθάνει το 8,28%, στη Λιθουανία το 4,44% και στη Γερμανία το 3,92%, ενώ στον αντίποδα βρίσκονται η Μάλτα με 1,75%, η Κροατία με 2,68% και η Πορτογαλία με 2,78%.
Η ελληνική αγορά τοποθετείται πλέον σταθερά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, εξέλιξη που ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των τραπεζικών προϊόντων και δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την απόκτηση κατοικίας μέσω τραπεζικής χρηματοδότησης.
Χαμηλότερο κόστος ακόμη και στα δάνεια μεγάλης διάρκειας
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα στα στεγαστικά δάνεια με περίοδο σταθερού επιτοκίου άνω των δέκα ετών.
Στην Ελλάδα το μέσο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 3,08%, χαμηλότερα ακόμη και από τα αντίστοιχα δάνεια μικρότερης διάρκειας, ενώ ο μέσος όρος της ευρωζώνης ανέρχεται στο 3,32%.
Η επίδοση αυτή φέρνει τη χώρα στην έκτη χαμηλότερη θέση μεταξύ των κρατών της ευρωζώνης.
Στην κορυφή των ακριβότερων αγορών βρίσκονται η Σλοβακία με 5,28%, η Λετονία με 5,20% και η Γερμανία με 3,98%, ενώ τα χαμηλότερα επιτόκια καταγράφονται στη Βουλγαρία (2,52%), στην Ισπανία (2,62%) και στην Κροατία (2,94%).
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες επιχειρούν να ενισχύσουν τη ζήτηση για στεγαστικά δάνεια, προσφέροντας ιδιαίτερα ανταγωνιστικούς όρους σε μια περίοδο όπου η αγορά κατοικίας παραμένει από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα νοικοκυριά.
Ψηφιακός μετασχηματισμός και ταχύτερες εγκρίσεις αλλάζουν την εμπειρία του δανειολήπτη
Η αποκλιμάκωση των επιτοκίων συνοδεύεται και από σημαντικές αλλαγές στον τρόπο χορήγησης στεγαστικών δανείων.
Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές τράπεζες έχουν επενδύσει σημαντικά στον ψηφιακό μετασχηματισμό των διαδικασιών, αξιοποιώντας αυτοματοποιημένα συστήματα αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας και ψηφιακές εφαρμογές που επιταχύνουν την εξέταση των αιτήσεων.
Ως αποτέλεσμα, ο χρόνος που απαιτείται για την προέγκριση και την εκταμίευση ενός στεγαστικού δανείου έχει μειωθεί αισθητά, ιδιαίτερα όταν ο φάκελος του ακινήτου δεν παρουσιάζει νομικές ή τεχνικές εκκρεμότητες.
Παράλληλα, οι τράπεζες έχουν δημιουργήσει εξειδικευμένες μονάδες στεγαστικής πίστης και δίκτυα συμβούλων που παρέχουν εξατομικευμένη καθοδήγηση στους υποψήφιους δανειολήπτες, ενώ η ηλεκτρονική υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών επεκτείνεται συνεχώς.
Ο συνδυασμός χαμηλότερων επιτοκίων, ταχύτερων διαδικασιών και ψηφιακών υπηρεσιών διαμορφώνει ένα σαφώς πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον στη στεγαστική πίστη, με τις ελληνικές τράπεζες να επιχειρούν να αυξήσουν τη χρηματοδότηση της αγοράς κατοικίας σε μια περίοδο όπου η ζήτηση για νέα στεγαστικά δάνεια επανέρχεται σταδιακά.







Μ.Η.Τ. 242183