Οι κυρώσεις της Δύσης κατά της Ρωσίας αναδιαμόρφωσαν τον παγκόσμιο χάρτη των θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέες και εξαιρετικά κερδοφόρες ευκαιρίες για τη διεθνή ναυτιλία.
Σύμφωνα με εκτενή έρευνα των Financial Times, οι Έλληνες εφοπλιστές συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους ωφελημένους του νέου περιβάλλοντος, αποκομίζοντας τουλάχιστον 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια από τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων μέσα στην τελευταία τριετία. Η έρευνα φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικοί ναυτιλιακοί όμιλοι αξιοποίησαν τα νόμιμα περιθώρια του καθεστώτος κυρώσεων της G7, σε μια περίοδο όπου η ισορροπία ανάμεσα στην ενεργειακή ασφάλεια, τα εμπορικά συμφέροντα και τις γεωπολιτικές πιέσεις παρέμενε εξαιρετικά εύθραυστη.
Οι μεγάλοι κερδισμένοι
Η ερευνητική ομάδα των Financial Times, αξιοποιώντας εκτενή ναυτιλιακά και εμπορικά δεδομένα, υπολογίζει ότι ελληνικοί ναυτιλιακοί όμιλοι αποκόμισαν τουλάχιστον 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια από τη μεταφορά ρωσικού αργού και πετρελαϊκών προϊόντων.
Στην κορυφή της σχετικής λίστας βρίσκεται η Dynacom Tankers, συμφερόντων του εφοπλιστή Γιώργου Προκοπίου, με εκτιμώμενα έσοδα 915 εκατομμυρίων δολαρίων από τη διακίνηση ρωσικού αργού. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τέταρτο των συνολικών εσόδων που αποκόμισε ο ελληνικός εφοπλισμός από τη συγκεκριμένη αγορά μετά τον Ιούλιο του 2023.
Ισχυρή παρουσία είχε επίσης η Olympic Shipping and Management του Ομίλου Ωνάση, με έσοδα 404 εκατομμυρίων δολαρίων. Παράλληλα, οι Stealth Maritime και Polembros Shipping ξεπέρασαν τα 200 εκατομμύρια δολάρια η καθεμία.
Η κυριαρχία της ελληνικής ναυτιλίας αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι, μεταξύ των είκοσι εταιρειών παγκοσμίως με τα υψηλότερα έσοδα από τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου, οι οκτώ είναι ελληνικών συμφερόντων. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες ελέγχονται είτε από ρωσικούς κρατικούς ομίλους, όπως οι Sovcomflot και Rosnefteflot, είτε από συνδεδεμένες εταιρείες τους, με μοναδική εξαίρεση την εταιρεία διαχείρισης Prominent, με έδρα το Χονγκ Κονγκ.
Η μεθοδολογία της έρευνας
Η ανάλυση των Financial Times βασίστηκε σε εκτιμήσεις του κόστους ναύλωσης για τις βασικές θαλάσσιες διαδρομές εξαγωγής ρωσικού πετρελαίου, όπως αυτές καταγράφονται από τον οίκο Argus Media. Τα στοιχεία διασταυρώθηκαν με δεδομένα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO) και με πληροφορίες για την κίνηση των δεξαμενόπλοιων από την πλατφόρμα Kpler.
Η εφημερίδα επισημαίνει ότι η μελέτη είναι μάλλον συντηρητική, καθώς αφορά 389 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, αφήνοντας εκτός υπολογισμού ακόμη 153 εκατομμύρια βαρέλια για τα οποία δεν υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία ναύλωσης.
Τα υψηλά ναύλα και τα οικονομικά κίνητρα
Η ελκυστικότητα της συγκεκριμένης αγοράς οφείλεται κυρίως στα ιδιαίτερα υψηλά ναύλα. Σύμφωνα με την έρευνα, οι έμποροι πλήρωναν προσαύξηση 30% έως 40% για δεξαμενόπλοια που μετέφεραν ρωσικό αργό, σε σύγκριση με αντίστοιχα πλοία που δραστηριοποιούνταν σε άλλες αγορές.
Η αναλύτρια ναυτιλιακών πληροφοριών Michelle Wiese Bockmann σχολιάζει ότι η ύπαρξη τόσο υψηλών περιθωρίων κέρδους δημιουργεί μια επιχειρηματική ευκαιρία που δύσκολα θα άφηνε ανεκμετάλλευτη οποιαδήποτε ναυτιλιακή δύναμη, επισημαίνοντας ότι οι Έλληνες εφοπλιστές παραδοσιακά αναλαμβάνουν υψηλότερο επιχειρηματικό ρίσκο.
Ενδεικτικό είναι ότι η Dynacom παρέμεινε ιδιαίτερα δραστήρια στα Στενά του Ορμούζ ακόμη και μετά την όξυνση της κρίσης στον Περσικό Κόλπο, ενώ τον περασμένο Μάιο ελληνικές εταιρείες μετέφεραν σχεδόν το 15% των συνολικών εξαγωγών ρωσικού αργού, σύμφωνα με στοιχεία των εταιρειών Windward και Vortexa.
Οι κυρώσεις και τα κενά εφαρμογής
Το πλαφόν στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου θεσπίστηκε από την G7 τον Δεκέμβριο του 2022 με διπλό στόχο: να περιοριστούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να διαταραχθεί η παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, οι δυτικές ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες μόνο εφόσον το φορτίο αγοράζεται κάτω από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο τιμής.
Ωστόσο, πρώην αξιωματούχοι και ειδικοί στο διεθνές δίκαιο υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή του μέτρου υπήρξε ανεπαρκής. Η συμμόρφωση βασίζεται κυρίως σε έγγραφες δηλώσεις των εμπλεκομένων, ενώ οι διαχειριστές των πλοίων συχνά δεν γνωρίζουν την πραγματική τιμή αγοράς του φορτίου.
Όπως εξηγεί ο νομικός σύμβουλος ναυτιλιακών εταιρειών Στέφανος Ρουλάκης, οι πλοιοκτήτες στηρίζονται στις διαβεβαιώσεις των ναυλωτών ή των προμηθευτών και καλούνται ουσιαστικά να αξιολογούν κατά πόσο το φορτίο εμπίπτει στο καθεστώς συμμόρφωσης και αν συμμετέχουν πρόσωπα ή εταιρείες που βρίσκονται υπό κυρώσεις.
Παράλληλα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ελλάδα και η Κύπρος είχαν εκφράσει επανειλημμένα επιφυλάξεις για την εφαρμογή του πλαφόν κατά τη διάρκεια κλειστών συνεδριάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι γεωπολιτικές προεκτάσεις
Η έντονη παρουσία της ελληνικής ναυτιλίας στις μεταφορές ρωσικού πετρελαίου προκάλεσε αντιδράσεις στο Κίεβο.
Το 2023 αρκετές ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες συμπεριλήφθηκαν από τις ουκρανικές αρχές σε λίστα εταιρειών που, κατά την ουκρανική πλευρά, συνέβαλλαν έμμεσα στη χρηματοδότηση της ρωσικής πολεμικής μηχανής. Οι εταιρείες αυτές αποσύρθηκαν αργότερα από τη λίστα, έπειτα από παρεμβάσεις της ελληνικής κυβέρνησης.
Η διευθύντρια της ουκρανικής οργάνωσης Razom We Stand, Σβιτλάνα Ρομάνκο, υποστηρίζει ότι τα έσοδα της Ρωσίας από το πετρέλαιο παραμένουν υψηλά επειδή οι δυτικές κυβερνήσεις δεν έκλεισαν τα κενά του συστήματος κυρώσεων, κατηγορώντας παράλληλα την Ελλάδα ότι έδωσε προτεραιότητα στα συμφέροντα της ναυτιλιακής της βιομηχανίας.
Σταδιακή αποχώρηση από την αγορά
Παρά τα υψηλά κέρδη, το περιβάλλον άρχισε να αλλάζει καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση αυστηροποίησαν το πλαίσιο κυρώσεων, επιδιώκοντας να περιορίσουν περαιτέρω τα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας.
Η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών πετρελαίου, σε συνδυασμό με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ρωσική διυλιστική βιομηχανία λόγω ουκρανικών επιθέσεων με drones, συνέβαλαν επίσης στη μεταβολή των συνθηκών της αγοράς.
Μετά τις αμερικανικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στα τέλη του 2023 σε εταιρείες με έδρα την Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αρκετοί ελληνικοί όμιλοι περιόρισαν σημαντικά τη δραστηριότητά τους στις μεταφορές ρωσικού πετρελαίου.
Η TMS Tankers και η Thenamaris μείωσαν αισθητά τη συμμετοχή τους, έχοντας μέχρι τότε αποκομίσει περίπου 150 εκατομμύρια και 30 εκατομμύρια δολάρια αντίστοιχα.
Οι απαντήσεις των εταιρειών
Οι εμπλεκόμενες ναυτιλιακές υποστηρίζουν ότι όλες οι δραστηριότητές τους ήταν απολύτως σύννομες.
Η Dynacom δήλωσε ότι όλες οι προσεγγίσεις των πλοίων της σε ρωσικά λιμάνια πραγματοποιήθηκαν σε πλήρη συμμόρφωση με το ισχύον διεθνές πλαίσιο, προσθέτοντας ότι η συνέχιση της μεταφοράς πετρελαίου συνέβαλε στη συγκράτηση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η Olympic Shipping ανέφερε ότι εφαρμόζει αυστηρά τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς ωστόσο να σχολιάζει επιμέρους εμπορικές συναλλαγές.
Από την πλευρά της, η Stealth Maritime υποστήριξε ότι όλα τα φορτία της είχαν προηγουμένως ελεγχθεί από Αμερικανούς και Βρετανούς νομικούς συμβούλους, εκφράζοντας ταυτόχρονα ανησυχία για την ασφάλεια των πληρωμάτων της, καθώς δεξαμενόπλοιό της που μετέφερε ρωσική αμμωνία αποτέλεσε στόχο πιθανής ουκρανικής επίθεσης.
Η TMS Tankers επανέλαβε ότι τηρεί απαρέγκλιτα το ισχύον καθεστώς κυρώσεων, ενώ οι Polembros Shipping και Thenamaris δεν απάντησαν στα αιτήματα των Financial Times για σχολιασμό.






Μ.Η.Τ. 242183