Ψίχουλα χαρακτηρίζουν οι εργαζόμενοι, τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού. Υπήρχε μία μικρή αύξηση το 2023 εν συγκρίσει με το 2022, ωστόσο η χώρα μας είχε υποχωρήσει ακόμη χαμηλότερα στην κατάταξη, καταλαμβάνοντας πλέον την τρίτη θέση από το τέλος.
Τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Eurostat, ανέβασαν τις μέσες ετήσιες αποδοχές του εργαζόμενου πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα στα 17.013 ευρώ, έναντι 16.407 ευρώ.
Εντούτοις, η ποσοστιαία μεταβολή διαμορφώθηκε στο 3,69% και αποτέλεσε μια από τις χειρότερες επιδόσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Την ίδια ώρα ακόμη και τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, φέρνουν την Ελλάδα στο χαμηλότερο ρυθμό ετήσιας αύξησης του κατώτατου μισθού την 10ετία 2015 – 2025.
ΕΒΕΠ-ΒΕΑ: Στη σωστή κατεύθυνση η αύξηση του κατώτατου μισθού
Επιπλέον, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων εργαζομένων παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την επιδείνωση της θέσης της στη σχετική κατάταξη της Eurostat.
Όπως έγινε γνωστό, η αύξηση στον κατώτατο μισθό διαμορφώνεται στα 50 ευρώ μικτά (από τα 830 ευρώ στα 880 ευρώ). Αυτό, μεταφράζεται σε 34 ευρώ καθαρά, καθώς από τον Απρίλιο ο καθαρός εισαγωγικός μισθός διαμορφώνεται (μετά την αφαίρεση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών) στα 743 ευρώ.
Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, που θα δουν καθαρή αύξηση από 34 έως και πάνω από 43 ευρώ στον μισθό τους τον Απρίλιο, υπολογίζονται σε περίπου 575.000. Αύξηση 30 ευρώ μικτά θα υπάρξει οριζόντια για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, ενώ στον κατάλογο των ωφελούμενων θα πρέπει να προσμετρηθούν οι δικαιούχοι κοινωνικών επιδομάτων, καθώς και όλοι όσοι συμπληρώνουν τρία χρόνια στον ίδιο εργοδότη.
Ωστόσο τα στοιχεία της Eurostat, επισημαίνουν ότι τον Ιανουάριο του 2025, οι κατώτατοι μισθοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση κυμαίνονταν από 551 ευρώ στη Βουλγαρία έως 2.638 ευρώ στο Λουξεμβούργο.
Η Ελλάδα, με τα νέα δεδομένα, εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά των χωρών της Δυτικής Ευρώπης.
Μάλιστα το αρνητικό ρεκόρ της χώρας μας είναι διπλό. Από τη μια βρίσκονται οι χαμηλές αμοιβές σε συνδυασμό με το επίπεδο ανάπτυξης της Ελλάδας, που παραμένει χαμηλό και δεν έχει ανακάμψει μετά την καταστροφή που έγινε επί μνημονίων.
Δηλαδή στην Ελλάδα έχουμε και χαμηλές αμοιβές και υψηλές τιμές.
Όμως αν δούμε τους μισθούς σε ονομαστικούς όρους, χωρίς να υπολογιστεί το επίπεδο των τιμών, η Ελλάδα είναι τρίτη από το τέλος ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε., πάνω μόνο από την Ουγγαρία και την Βουλγαρία.
Τώρα αν δούμε πόσο αυξήθηκε ο μέσος μισθός από το 2019 μέχρι το 2023, τα στοιχεία δείχνουν ότι η αύξηση στην Ελλάδα ήταν 6,6%, η δεύτερη χαμηλότερη αύξηση στην Ε.Ε., πάνω μόνο από τη Σουηδία, όπου η αύξηση ήταν 3,3%, αλλά βέβαια οι μισθοί στη σκανδιναβική αυτή χώρα ήταν 44.619 ευρώ το χρόνο, οπότε δεν υπάρχει σύγκριση.
Επίσης ο Έλληνας εργαζόμενος μπορεί να αγοράσει το 70% των αγαθών που αγοράζει ο μέσος Ευρωπαίος. Κάτω από την Ελλάδα βρίσκεται μόνο η Βουλγαρία, με αγοραστική δύναμη στο 66% του μέσου όρου.
Στις υπόλοιπες πάντως Ευρωπαϊκές χώρες η μεγαλύτερη αύξηση κατά 273%, δόθηκε στη Ρουμανία με τον κατώτατο μισθό να αυξάνεται από 218 ευρώ το 2015 σε 814 ευρώ το 2025.
Ακολουθεί η Βουλγαρία με άνοδο της τάξης του 199%, από 184 ευρώ το 2015 σε 551 ευρώ το 2025.
Η Γαλλία είχε μικρότερη αύξηση, μόλις 24%, με τον κατώτατο μισθό να διαμορφώνεται στα 1.802 ευρώ το 2025, ενώ στη Γερμανία, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 50% και στην Ολλανδία κατά 46%.
Η πιο ταχεία ανάπτυξη των κατώτατων μισθών καταγράφεται στις χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, καθώς ξεκίνησαν από χαμηλότερες βάσεις. Τα κράτη της Βαλτικής παρουσίασαν επίσης ισχυρή ανάπτυξη. Αντίθετα, οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης παρουσίασαν μικρότερες αυξήσεις, αντανακλώντας τη μεγαλύτερη σταθερότητα των οικονομιών τους.
Αν εξετάσουμε τον μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης των κατώτατων μισθών μεταξύ 2015 και 2025, η Ρουμανία κατέχει την πρώτη θέση στην ΕΕ με 14,1%, ενώ η Μολδαβία ξεπέρασε το 18,4% μεταξύ των υποψήφιων χωρών. Στον αντίποδα, η Γαλλία κατέγραψε την πιο χαμηλή αύξηση με μόλις 2,1% ετησίως.
Παρά τις αυξήσεις, οι διαφορές μεταξύ των κατώτατων μισθών παραμένουν σημαντικές. Το 2015, ο υψηλότερος κατώτατος μισθός στην ΕΕ ήταν 10,4 φορές μεγαλύτερος από τον χαμηλότερο. Το 2025, η διαφορά αυτή έχει μειωθεί σε 4,8 φορές, κυρίως λόγω των αυξήσεων στην Ανατολική Ευρώπη.
Η ανισότητα των μισθών, όπως καταγράφεται σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS), παρουσιάζει επίσης μικρή συρρίκνωση. Ο υψηλότερος κατώτατος μισθός το 2025 σε όρους PPS καταγράφεται στη Γερμανία (1.992 μονάδες), ενώ ο χαμηλότερος στην Εσθονία (878 μονάδες).
Η Ρουμανία και η Λιθουανία κατέγραψαν τη μεγαλύτερη βελτίωση, ανεβαίνοντας σημαντικά στην κατάταξη, ενώ η Μάλτα σημείωσε τη μεγαλύτερη πτώση. Η Ελλάδα και η Εσθονία υποχώρησαν κατά πέντε θέσεις. Πέντε χώρες της ΕΕ – Αυστρία, Δανία, Φινλανδία, Ιταλία και Σουηδία – δεν διαθέτουν θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό.
Η ΕΕ υιοθέτησε την Οδηγία για τον κατώτατο μισθό τον Οκτώβριο του 2022, με στόχο τη διαμόρφωση ενός πλαισίου για δίκαιες αμοιβές στα κράτη-μέλη. Ωστόσο, μέχρι τον Οκτώβριο του 2024, η πλειονότητα των χωρών – συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας – δεν έχει προχωρήσει στην πλήρη εφαρμογή της Οδηγίας στη νομοθεσία της. Η επικείμενη εξίσωση των κατώτατων μισθών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα είναι ένα θετικό βήμα, αλλά δεν αρκεί για να φέρει την Ελλάδα πιο κοντά στα υψηλότερα επίπεδα αμοιβών της υπόλοιπης Ευρώπης.







Μ.Η.Τ. 242183