Από την ευφορία για την Τεχνητή Νοημοσύνη στην έντονη νευρικότητα πέρασαν πολύ γρήγορα τα διεθνή χρηματιστήρια, καθώς επανέρχονται στο προσκήνιο μεγάλα ερωτήματα αυτής της περιόδου: Πόσο δικαιολογούνται οι υψηλές αποτιμήσεις των τεχνολογικών μετοχών; Είναι αναπόφευκτη μια σοβαρή διόρθωση;
Πίσω από την πτωτική κίνηση στην Ευρώπη (απώλειες 0,9% για τον Stoxx 600) και τις απώλειες των futures του S&P 500 (σχεδόν 1%) κρύβεται κυρίως μία μετοχή: της Palantir Technology, της εταιρείας ανάλυσης δεδομένων, Τεχνητής Νοημοσύνης και λογισμικού για την άμυνα, που έχει γίνει συνώνυμη με τις μεγάλες προσδοκίες των επενδυτών για τη νέα εποχή στην τεχνολογία.
Η απότομη πτώση της μετοχής της Palantir Technology κατά 7% σε προσυνεδριακές συναλλαγές, κρύβει ένα παράδοξο, φαινομενικά τουλάχιστον: ανακοίνωσε αποτελέσματα που ξεπέρασαν τις προβλέψεις, αλλά οι επενδυτές έσπευσαν προς την έξοδο, αντί να την επιβραβεύσουν με νέες τοποθετήσεις κεφαλαίων.
Παρά τα ικανοποιητικά έσοδα και κέρδη, οι αναλυτές δεν εντυπωσιάσθηκαν, καθώς οι επιδόσεις των τεχνολογικών εταιρειών αντιπαραβάλλονται πλέον συνεχώς με τις υψηλές αποτιμήσεις τους, που είναι δύσκολο να δικαιολογηθούν.
Το πρόβλημα έγκειται στο υψηλότατο όριο που απαιτείται πλέον να ξεπεράσουν για να εντυπωσιάσουν οι εταιρείες αυτές, δικαιολογώντας τις αστρονομικές τους αποτιμήσεις. Η Palantir, για παράδειγμα, διαπραγματεύεται με μια σχέση τιμής προς κέρδη (P/E) 12 μηνών που πλησιάζει τις 250 φορές και είναι πολλαπλάσια ακόμη και του P/E της Nvidia (περίπου 33), του κολοσσού των επεξεργαστών Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η αρνητική αντίδραση στα αποτελέσματα της Palantir ήλθε στον απόηχο συνεχών προειδοποιήσεων από κορυφαία στελέχη χρηματοπιστωτικών κολοσσών, όπως η Morgan Stanley και η Goldman Sachs, που έχουν τονίσει ότι τα διεθνή χρηματιστήρια ίσως οδεύουν προς μια διόρθωση άνω του 10% το επόμενο έτος.
Η νευρικότητα αυτή, μαζί με τις αμφιταλαντεύσεις της Fed σχετικά με περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων, ενισχύει την τάση «αποφυγής κινδύνου» (“risk off”), η οποία επηρέασε και τα κρυπτονομίσματα, με το Bitcoin να διολισθαίνει σήμερα σε χαμηλό τεσσάρων μηνών.
Κίνδυνο διόρθωσης «βλέπει» και το ΔΝΤ
Για τους κινδύνους στα χρηματιστήρια είχε προειδοποιήσει πρόσφατα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, θέτοντας επιτακτικά το θέμα των υψηλών αποτιμήσεων. Παρά την παρατεταμένη γεωπολιτική και εμπορική αβεβαιότητα, οι αγορές έχουν επιστρέψει σε υπερβολικά υψηλές αποτιμήσεις, τόνιζε το Ταμείο, οδηγούμενες από μια στενή ομάδα μετοχών, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο μιας άτακτης διόρθωσης.
Η ανάκαμψη στις παγκόσμιες τιμές των μετοχών από τον Απρίλιο του 2025 έχει υπερβεί τα αναμενόμενα μελλοντικά κέρδη, αντανακλώντας ένα αισιόδοξο επενδυτικό κλίμα, σημειώνει το ΔΝΤ.
Ο Δείκτης P/E (Price-to-Earnings) του S&P 500 έχει αναρριχηθεί περίπου στο 96ο εκατοστημόριο από το 1990. Αυτό σημαίνει ότι διαπραγματεύεται πολύ κοντά στα υψηλότερα ιστορικά επίπεδα και με premium σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες και αναδυόμενες αγορές.
Τα μοντέλα αποτίμησης του προσωπικού του ΔΝΤ υποδηλώνουν ότι η πραγματική αποτίμηση του S&P 500 είναι υπερεκτεταμένη (stretched) σε σχέση με τα θεμελιώδη μεγέθη. Η εκτιμώμενη υπερτίμηση (overvaluation) ανέρχεται περίπου στο 10%.
Παρόλο που η υπερτίμηση είναι ακόμη χαμηλότερη από τα ιστορικά υψηλά της φούσκας των dot-com στις αρχές της δεκαετίας του 2000 , αυτές οι υψηλές αποτιμήσεις καθιστούν τα περιουσιακά στοιχεία κινδύνου ευάλωτα σε άτακτες διορθώσεις όταν υλοποιούνται δυσμενή σοκ, προειδοποιεί το Ταμείο.
Σημειώνει, επίσης, ότι ο μεγαλύτερος λόγος ανησυχίας είναι ο ιστορικά υψηλός κίνδυνος συγκέντρωσης εντός του δείκτη S&P 500, με μια στενή ομάδα μετοχών να οδηγεί τον ευρύτερο δείκτη. Οι “Magnificent 7”, η ομάδα των κορυφαίων τεχνολογικών μετοχών, είναι αυτές που κυριαρχούν. Οι επτά αυτές εταιρείες (Alphabet, Amazon, Apple, Meta, Microsoft, Nvidia, και Tesla) αντιπροσωπεύουν το 33% της κεφαλαιοποίησης του δείκτη.
Το βάρος του τομέα IT στον S&P 500 (35%) είναι παρόμοιο με αυτό κατά τη διάρκεια της φούσκας των dot-com. Ωστόσο, ο δείκτης Herfindahl-Hirschman (HHI), που μετρά τον κίνδυνο συγκέντρωσης, είναι σήμερα ουσιαστικά υψηλότερος από ό,τι κατά τη διάρκεια εκείνης της φούσκας, τονίζει το ΔΝΤ.
Εάν αυτές οι μετοχές αποτύχουν να δημιουργήσουν τα αναμενόμενα κέρδη που απαιτούνται για να δικαιολογήσουν τις υψηλές τους αποτιμήσεις, θα μπορούσε να πυροδοτηθεί μια απότομη και ξαφνική διόρθωση, καθιστώντας ευάλωτο σε πτώση τον ευρύτερο δείκτη αναφοράς, δηλαδή τον S&P 500, προειδοποιεί το Ταμείο.
Επιπλέον, τονίζει ότι οι προσδοκίες για την εταιρική κερδοφορία είναι ένας κρίσιμος παράγοντας για τις αποτιμήσεις. Το ΔΝΤ εξετάζει τη δυνητική επίδραση των δασμών στα εταιρικά κέρδη. Σημειώνει ότι οι αναλυτές έχουν αναθεωρήσει σημαντικά προς τα κάτω τα αναμενόμενα περιθώρια κέρδους για τις περισσότερες εταιρείες του S&P 500 (πλην των Magnificent 7) κατά τη διάρκεια του 2025. Αντίθετα, τα περιθώρια για τις Magnificent 7 έχουν αναθεωρηθεί προς τα πάνω.
Οι αναλυτές φαίνεται να θεωρούν ότι οι Magnificent 7 επηρεάζονται λιγότερο αρνητικά από τους δασμούς. Ωστόσο, ένας βασικός μελλοντικός κίνδυνος είναι ότι οι δασμοί τελικά θα οδηγήσουν σε συμπίεση των περιθωρίων κέρδους σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των Magnificent 7, κάτι που θα επιβαρύνει τις τιμές και τις αποτιμήσεις των μετοχών.







Μ.Η.Τ. 242183