Η Επιτροπή Ανταγωνισμού εξετάζει τη διαφορά επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες, σε σύγκριση με την Ευρώπη
Την ώρα που τα επιτόκια στην Ευρώπη έχουν περάσει σε φάση αποκλιμάκωσης, οι Έλληνες καταθέτες συνεχίζουν να βλέπουν τις αποδόσεις των αποταμιεύσεών τους καθηλωμένες κοντά στο μηδέν. Το χάσμα αυτό δεν περνά πλέον απαρατήρητο ούτε σε θεσμικό επίπεδο. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού ετοιμάζεται να δημοσιοποιήσει, μέσα στις επόμενες ημέρες, μια εκτενή έκθεση για τη λειτουργία της τραπεζικής αγοράς, βάζοντας στο μικροσκόπιο τα επιτόκια καταθέσεων και τη μεγάλη απόσταση που τα χωρίζει από τα επιτόκια δανεισμού.
Η έκθεση αναμένεται να λειτουργήσει ως καταλύτης σε μια συζήτηση που ωριμάζει εδώ και μήνες. Τα νοικοκυριά βλέπουν το κόστος δανεισμού να παραμένει υψηλό, ενώ οι αποδόσεις των καταθέσεων δεν ακολουθούν την ευρωπαϊκή τάση. Το αποτέλεσμα είναι μια διπλή πίεση: περιορισμένη ανταμοιβή για την αποταμίευση και αυξημένο βάρος για όσους χρηματοδοτούνται από το τραπεζικό σύστημα.
Καταθέσεις με απόδοση κάτω από τον πληθωρισμό
Τα στοιχεία που αναμένεται να αποτυπωθούν στην έκθεση δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Τα νέα καταθετικά επιτόκια στην Ελλάδα κινούνται κοντά στο 0,4%, ενώ το σταθμισμένο μέσο επιτόκιο νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε τον Οκτώβριο του 2025 μόλις στο 0,32%. Ακόμη και οι προθεσμιακές καταθέσεις έως ενός έτους, που θεωρούνται το βασικό προϊόν για όσους αναζητούν κάποια απόδοση, προσφέρουν κατά μέσο όρο 1,14% στα νοικοκυριά και 1,72% στις επιχειρήσεις.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το χαμηλό ονομαστικό επιτόκιο. Είναι το γεγονός ότι οι αποδόσεις αυτές δεν καλύπτουν τον πληθωρισμό, με αποτέλεσμα η πραγματική αξία των καταθέσεων να διαβρώνεται. Με άλλα λόγια, η αποταμίευση παραμένει ασφαλής, αλλά όχι κερδοφόρα.
Η σύγκριση με την Ευρώπη που «καίει»
Η ελληνική εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν μπει δίπλα στην ευρωπαϊκή. Το επιτόκιο ταμιευτηρίου στην Ελλάδα κινείται στο 0,03%, όταν σε χώρες όπως το Λουξεμβούργο, η Αυστρία και η Γερμανία κυμαίνεται μεταξύ 0,43% και 0,52%. Ακόμη και σε αγορές με παρόμοια τραπεζικά χαρακτηριστικά, οι καταθέτες αμείβονται σημαντικά καλύτερα.
Η απόκλιση αυτή δεν αφορά μεμονωμένες τράπεζες, αλλά συνολικά τη δομή της ελληνικής αγοράς. Και ακριβώς αυτό το στοιχείο είναι που αναμένεται να αναδείξει η Επιτροπή Ανταγωνισμού, εξετάζοντας αν οι χαμηλές αποδόσεις αποτελούν αποτέλεσμα συνθηκών αγοράς ή αν συνδέονται με περιορισμένο ανταγωνισμό.
Η «ψαλίδα» που ανοίγει τη συζήτηση
Στον πυρήνα της έκθεσης βρίσκεται η διαφορά μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων. Σήμερα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο νέων δανείων στην Ελλάδα διαμορφώνεται περίπου στο 4,45%, ενώ οι νέες καταθέσεις αμείβονται με λιγότερο από μισή ποσοστιαία μονάδα. Η ψαλίδα των σχεδόν τεσσάρων μονάδων θεωρείται από οικονομικούς αναλυτές από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.
Η διεύρυνση αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το πώς κατανέμονται τα οφέλη από το περιβάλλον επιτοκίων και ποιος τελικά επωφελείται περισσότερο. Δεν είναι τυχαίο ότι το ζήτημα έχει μεταφερθεί και στο πολιτικό επίπεδο, με παρεμβάσεις και δημόσιες τοποθετήσεις που ζητούν μεγαλύτερη σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Τι αλλάζει για νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Η χαμηλή απόδοση των καταθέσεων έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τη συμπεριφορά των αποταμιευτών. Μέρος των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αναζητά εναλλακτικές τοποθετήσεις, από αμοιβαία κεφάλαια έως ασφαλιστικά προϊόντα, αναλαμβάνοντας όμως και μεγαλύτερο ρίσκο. Παρ’ όλα αυτά, η πλειονότητα εξακολουθεί να κρατά τα κεφάλαιά της στις τράπεζες, αναμένοντας μια αλλαγή στάσης από το πιστωτικό σύστημα.
Η έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού αναμένεται να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς. Αν επιβεβαιώσει ότι η ελληνική αγορά αποκλίνει συστηματικά από τα ευρωπαϊκά πρότυπα, τότε η πίεση για παρεμβάσεις -θεσμικές ή κανονιστικές- θα ενταθεί. Σε διαφορετική περίπτωση, θα ανοίξει ένας ευρύτερος διάλογος για το πώς μπορεί να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των καταθετών.
Σε κάθε περίπτωση, το θέμα των επιτοκίων παύει να είναι τεχνικό. Αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα, την αποταμίευση και τις οικονομικές επιλογές εκατομμυρίων πολιτών.
Διαβάστε επίσης: Από τα επιτόκια στα χαρτοφυλάκια: Πώς οι ελληνικές τράπεζες γίνονται επενδυτικοί κολοσσοί







Μ.Η.Τ. 242183