Η Ελλάδα προχωρά σε υποδομές υδρογόνου, αλλά η ζήτηση παραμένει το μεγάλο ερωτηματικό. Πού ωριμάζουν τα έργα και πού σκοντάφτει η αγορά
Η συζήτηση για το υδρογόνο στην Ελλάδα έχει περάσει οριστικά από το επίπεδο των στρατηγικών εγγράφων και των ευρωπαϊκών στόχων σε μια πιο σκληρή φάση πραγματικότητας. Δεν αφορά πλέον το αν το υδρογόνο θα παίξει ρόλο στο ενεργειακό μείγμα, αλλά πότε, πού και υπό ποιες οικονομικές συνθήκες μπορεί να σταθεί ως εμπορεύσιμο προϊόν. Τα έργα προχωρούν, οι αγωγοί σχεδιάζονται ή ωριμάζουν, όμως το μεγάλο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: θα υπάρχει ζήτηση ικανή να στηρίξει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ή το υδρογόνο κινδυνεύει να προηγηθεί των πελατών του;
Στην Ελλάδα, αλλά και συνολικά στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, διαμορφώνεται πλέον ένας σαφής χάρτης υποδομών που δείχνει ότι τεχνικά το σύστημα μπορεί να υποδεχθεί υδρογόνο. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η αγορά είναι έτοιμη να το απορροφήσει. Όπως συνοψίζουν στελέχη του κλάδου, «οι αγωγοί μπορούν να κατασκευαστούν πριν υπάρξει πραγματική αγορά». Και αυτό ακριβώς είναι το στοίχημα των επόμενων ετών.
Ο TAP ως γέφυρα και όχι ως άμεση λύση
Στο επίκεντρο των συζητήσεων παραμένει ο TAP, ο οποίος αντιμετωπίζεται ως η πιο ώριμη υφιστάμενη υποδομή για τη σταδιακή μετάβαση από το φυσικό αέριο στα ανανεώσιμα αέρια. Η φιλοσοφία του έργου δεν είναι η απότομη στροφή, αλλά η προσεκτική προσαρμογή. Το πρώτο στάδιο αφορά την ανάμειξη υδρογόνου με φυσικό αέριο και, μόνο σε βάθος χρόνου, τη δυνατότητα μεταφοράς καθαρού υδρογόνου.
Οι τεχνικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο αγωγός διαθέτει τις βασικές προδιαγραφές για να υποστηρίξει τέτοια σενάρια, ωστόσο η κρίσιμη «gap analysis» που βρίσκεται σε εξέλιξη θα καθορίσει ποια τμήματα χρειάζονται αναβάθμιση και με ποιο κόστος. Οι αποφάσεις που αναμένονται το 2026–2027 δεν θα είναι τεχνικές, αλλά κατεξοχήν εμπορικές. Χωρίς επαρκείς ποσότητες και χωρίς δεσμευμένη ζήτηση, η πλήρης μετάβαση σε υδρογόνο παραμένει μακρινό ενδεχόμενο.
H2DRIA: μεγάλος αγωγός, μεγάλος κίνδυνος
Σε διαφορετική λογική κινείται ο H2DRIA, ο οποίος σχεδιάζεται εξαρχής ως αγωγός καθαρού υδρογόνου, συνδέοντας την Ελλάδα με τη Βουλγαρία. Το έργο, που έχει ενταχθεί στα ευρωπαϊκά Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος, αποτελεί έναν από τους πιο φιλόδοξους ενεργειακούς σχεδιασμούς της χώρας, τόσο σε μήκος όσο και σε κόστος.
Παρά τη θεσμική στήριξη και την πρόοδο των μελετών, το project δεν έχει ακόμη λάβει τελική επενδυτική απόφαση. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν ότι πρόκειται για υποδομή που δεν μπορεί να «τρέξει» μπροστά από την αγορά. Ο H2DRIA θα προχωρήσει μόνο εφόσον υπάρξουν σαφή σήματα ότι στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια θα παράγονται και θα καταναλώνονται επαρκείς ποσότητες υδρογόνου. Διαφορετικά, ο κίνδυνος ενός ακριβού, υποαξιοποιημένου αγωγού παραμένει υπαρκτός.
Poseidon και ο δυτικός διάδρομος προς την Ιταλία
Στον ευρύτερο χάρτη της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης, ο αγωγός Poseidon αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το έργο επανασχεδιάζεται ως καθαρά υδρογονο-κεντρική υποδομή, ενταγμένη στον διάδρομο SoutH₂ Corridor, με στόχο τη σύνδεση της Ελλάδας με την Ιταλία. Στον σχεδιασμό συμμετέχουν ενεργειακοί όμιλοι όπως η Edison, η ΔΕΠΑ και η Snam, γεγονός που προσδίδει πολιτικό και βιομηχανικό βάρος στο εγχείρημα.
Ωστόσο, και εδώ ο χρονικός ορίζοντας μετατοπίζεται μετά το 2030. Ο Poseidon δεν θα προηγηθεί της αγοράς, αλλά θα ακολουθήσει την ωρίμανσή της. Χωρίς επαρκή ελληνική παραγωγή και χωρίς σαφείς εξαγωγικές συμβάσεις, ο αγωγός παραμένει ένα στρατηγικό σχέδιο και όχι άμεσο έργο.
Τα μικρότερα έργα ως δοκιμαστικός σωλήνας
Σε αντίθεση με τους μεγάλους εξαγωγικούς άξονες, τα μικρότερα διασυνδετήρια έργα αποκτούν ρόλο «πιλότου». Η διασύνδεση Ελλάδας–Βόρειας Μακεδονίας, σχεδιασμένη εξαρχής ως hydrogen-ready, θεωρείται χαμηλότερου ρίσκου και μπορεί να λειτουργήσει ως εργαστήριο για τις πρώτες περιφερειακές ροές υδρογόνου στα Βαλκάνια. Η χρονική της μετάθεση για το 2027 αποτυπώνει τις δυσκολίες συγχρονισμού, αλλά και τη συνειδητοποίηση ότι ακόμη και τα μικρότερα έργα χρειάζονται σαφή εμπορική βάση.
Βόρεια Ελλάδα: Εκεί που θα κριθεί το παιχνίδι
Το πραγματικό στοίχημα, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στους αγωγούς, αλλά στην εγχώρια αγορά. Ο ΔΕΣΦΑ έχει στρέψει το βάρος σε έργα εντός του εθνικού συστήματος, με έμφαση στη Βόρεια Ελλάδα. Η σύνδεση Πτολεμαΐδας V – Αγίου Δημητρίου και ο νέος ηλεκτροκίνητος σταθμός συμπίεσης στην Κομοτηνή δεν είναι απλώς τεχνικές επενδύσεις. Αποτελούν την πρώτη σοβαρή προσπάθεια να δημιουργηθεί τοπική παραγωγή και κατανάλωση υδρογόνου, έστω μέσω μειγμάτων.
Η Δυτική Μακεδονία, η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και η Ήπειρος συγκεντρώνουν πλέον όλα τα κρίσιμα στοιχεία: ενεργειακές υποδομές, δυναμικό ΑΠΕ και πρόσβαση σε διαδρόμους μεταφοράς. Δεν είναι τυχαίο ότι projects όπως το Thalis 1 ή η μονάδα της Hellenic Hydrogen στο Αμύνταιο αντιμετωπίζονται ως βαρόμετρα. Αν αυτά τα έργα δεν καταφέρουν να βρουν αγοραστές και βιώσιμες τιμές, το αφήγημα του υδρογόνου θα δεχθεί ισχυρό πλήγμα.
Όσο κι αν οι αγωγοί, οι σταθμοί και οι διασυνδέσεις προχωρούν, η ουσία παραμένει μία. Το υδρογόνο δεν θα κριθεί από το αν μπορεί να μεταφερθεί, αλλά από το αν μπορεί να πουληθεί. Η Ελλάδα φαίνεται να χτίζει τις υποδομές για να βρεθεί έτοιμη όταν ωριμάσει η αγορά. Το αν αυτή η αγορά θα εμφανιστεί εγκαίρως, θα καθορίσει αν το υδρογόνο θα αποτελέσει πραγματικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης ή μια ακριβή υπόσχεση που προηγήθηκε της ζήτησης.
Διαβάστε επίσης: Υδρογόνο: Πώς ο ευρωπαϊκός μηχανισμός ανοίγει δρόμο για την Ελλάδα και ο ρόλος της Eunice







Μ.Η.Τ. 242183