Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις περιορίζουν τις εκδόσεις μακροπρόθεσμων ομολόγων, καθώς η ζήτηση από συνταξιοδοτικά ταμεία μειώνεται
Σημαντική ανατροπή στη στρατηγική διαχείρισης του δημόσιου χρέους καταγράφεται στην Ευρώπη, καθώς οι κυβερνήσεις περιορίζουν τις εκδόσεις ομολόγων μακράς διάρκειας και στρέφονται όλο και περισσότερο σε βραχυπρόθεσμο δανεισμό. Όπως επισημαίνουν οι Financial Times, η μεταβολή αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτέλεσμα μιας βαθύτερης αλλαγής στη δομή της ζήτησης και στις ισορροπίες της αγοράς ομολόγων.
Σύμφωνα με προβλέψεις της Barclays, η μέση διάρκεια ωρίμανσης του νέου κρατικού χρέους που εκδίδεται φέτος στις μεγάλες αγορές της Ευρωζώνης –μεταξύ αυτών η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία– αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από τα 10 έτη για πρώτη φορά από το 2015. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η μέση διάρκεια εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στα 8,8 έτη, στο χαμηλότερο επίπεδο του αιώνα.
Όταν στερεύει η ζήτηση για μακροπρόθεσμο χρέος
Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τη δυσκολία των κρατών να αντλήσουν κεφάλαια μακράς διάρκειας, καθώς παραδοσιακοί αγοραστές, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, περιορίζουν δραστικά τη συμμετοχή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ολλανδία, η οποία ολοκλήρωσε πρόσφατα εκτεταμένη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού της συστήματος, συνολικού ύψους 1,8 τρισ. ευρώ. Η μεταρρύθμιση αυτή αναμένεται να μειώσει αισθητά τη ζήτηση για μακροχρόνια κρατικά ομόλογα, ανατρέποντας μια ισορροπία δεκαετιών.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η σταδιακή απομάκρυνση από τα παραδοσιακά συνταξιοδοτικά προγράμματα καθορισμένων παροχών έχει αποδυναμώσει τη βάση των επενδυτών που αναζητούσαν τίτλους πολύ μεγάλης διάρκειας. Όπως σημειώνει ο Stephen Jones, παγκόσμιος επικεφαλής επενδύσεων στην Aegon Asset Management, «η διαρθρωτική ζήτηση έχει αλλάξει θεμελιωδώς» και η κατηγορία των λεγόμενων «υποχρεωτικών αγοραστών» ουσιαστικά εξαφανίζεται.
Φθηνότερος δανεισμός σήμερα, μεγαλύτερο ρίσκο αύριο
Η τρέχουσα τάση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την περίοδο πριν από περίπου μία δεκαετία, όταν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκμεταλλεύονταν τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια για να «κλειδώσουν» χρηματοδότηση ακόμη και με ομόλογα διάρκειας 50 ή 100 ετών. «Τότε βρισκόμασταν στο ένα άκρο. Τώρα το εκκρεμές επιστρέφει», παρατηρεί ο Jones, περιγράφοντας τη μετάβαση σε μια νέα κανονικότητα.
Ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός προσφέρει άμεσο όφελος, καθώς είναι συνήθως φθηνότερος και περιορίζει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Ωστόσο, αυξάνει σημαντικά την ευπάθεια των δημόσιων οικονομικών στις διακυμάνσεις των επιτοκίων, αφού το χρέος πρέπει να αναχρηματοδοτείται συχνότερα. Πρόκειται για μια στρατηγική που ακολουθεί και η Ηνωμένες Πολιτείες, μεταφέροντας όμως μέρος του ρίσκου στο μέλλον.
Την ίδια στιγμή, το χάσμα μεταξύ του κόστους δανεισμού διετίας και δεκαετίας έχει διευρυνθεί αισθητά τα τελευταία δύο χρόνια στις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, σε ένα περιβάλλον αυξημένων εκδόσεων χρέους διεθνώς. Η April LaRusse, επικεφαλής επενδυτικών ειδικών στην Insight Investment, εκτιμά ότι οι διαχειριστές δημόσιου χρέους, μειώνοντας τη διάρκεια των εκδόσεων, «έρχονται ουσιαστικά σε διάσωση» χωρών που βλέπουν τη ζήτηση για μακροπρόθεσμους τίτλους να υποχωρεί.
Σύμφωνα με τον Max Kitson, αναλυτή της Barclays, η στρατηγική αυτή αποτελεί και απάντηση στους «τεράστιους όγκους εκδόσεων που έρχονται». Η τράπεζα προβλέπει ότι οι ακαθάριστες πωλήσεις κρατικού χρέους των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα αυξηθούν κατά περίπου 100 δισ. ευρώ μέσα στο έτος, εντείνοντας τις πιέσεις στις αγορές και καθιστώντας τη διαχείριση του ρίσκου ακόμη πιο κρίσιμη.
Διαβάστε επίσης: Ράλι επενδύσεων σε ευρωπαϊκά ομόλογα από τις ελληνικές τράπεζες: Το νέο τραπεζικό στοίχημα







Μ.Η.Τ. 242183