Ο Γιάννης Στουρνάρας ζητά κοινή ευρωπαϊκή έκδοση χρέους για άμυνα και στρατηγικές επενδύσεις, στέλνοντας σαφές μήνυμα στο Βερολίνο
Η συζήτηση για τα ευρωομόλογα επιστρέφει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής οικονομικής ατζέντας, αυτή τη φορά με σαφές πολιτικό αποδέκτη. Ο διοικητής της Τράπεζα της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ζητά ανοιχτά από τη γερμανική κυβέρνηση να επανεξετάσει την αντίθεσή της στην κοινή έκδοση χρέους, υποστηρίζοντας ότι το διεθνές περιβάλλον δεν αφήνει πλέον περιθώρια αδράνειας.
Σε συνέντευξή του στο POLITICO, ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης εμφανίζεται πιο επίμονος από ποτέ. Αν και επί χρόνια η στήριξή του στα ευρωομόλογα θεωρούνταν «θέση του Νότου», σήμερα -όπως επισημαίνει- η ανάγκη για ένα κοινό, βαθύ και ρευστό ευρωπαϊκό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο αποτελεί κεντρικό ζητούμενο για ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Το γεωπολιτικό σοκ και το κόστος των κρίσεων
Ο Στουρνάρας τοποθετεί τη συζήτηση σε ένα ευρύτερο γεωοικονομικό πλαίσιο. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις, από την πανδημία μέχρι τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις εμπορικές εντάσεις με ΗΠΑ και Κίνα, έχουν διογκώσει τα δημόσια χρέη και έχουν περιορίσει τα δημοσιονομικά περιθώρια δράσης.
Κατά τον ίδιο, χωρίς κοινή χρηματοδότηση για την άμυνα, την πράσινη μετάβαση και τις στρατηγικές επενδύσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα δυσκολευτεί να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Το επιχείρημα δεν αφορά μόνο τη δημοσιονομική ευελιξία, αλλά και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Η παρέμβασή του έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη επισημάνει την ανάγκη δημιουργίας ενός «πανευρωπαϊκού ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου», σηματοδοτώντας το τέλος μιας πολυετούς εσωτερικής διαμάχης.
Η Γερμανία στο επίκεντρο
Παρά τη μετατόπιση ισορροπιών, το Βερολίνο παραμένει επιφυλακτικό. Η γερμανική κυβέρνηση υπό τον Φρίντριχ Μερτς έχει απορρίψει εκ νέου την ιδέα, εκφράζοντας ανησυχίες για δημοσιονομικούς κινδύνους και μεταφορά βαρών.
Ο Στουρνάρας αναγνωρίζει τη δυσκολία, αλλά δηλώνει αποφασισμένος να πείσει. Θυμίζει ότι στο παρελθόν ήταν από τους ελάχιστους στο Συμβούλιο της ΕΚΤ που υποστήριζαν την κοινή έκδοση, μαζί με τον Ιταλό ομόλογό του. Σήμερα, ακόμη και η Bundesbank εμφανίζεται λιγότερο αρνητική, ένδειξη ότι το κλίμα μεταβάλλεται.
Ένα κρίσιμο στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία είναι η βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων χωρών του Νότου. Τα spreads Ελλάδας και Ιταλίας έναντι της Γερμανίας έχουν περιοριστεί κάτω από τη μία ποσοστιαία μονάδα, μειώνοντας τα επιχειρήματα περί «ηθικού κινδύνου».
Το επιχείρημα των αγορών
Η πιο ισχυρή, κατά τον ίδιο, ένδειξη υπέρ των ευρωομολόγων προέρχεται από τους ίδιους τους επενδυτές. Η Ευρώπη, παρά το σημαντικό πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, διοχετεύει μεγάλο μέρος των κεφαλαίων της στο εξωτερικό. Ο λόγος, σύμφωνα με διεθνείς διαχειριστές κεφαλαίων, είναι η έλλειψη επαρκών, βαθιών και ρευστών ευρωπαϊκών ασφαλών τίτλων.
Ένα ενιαίο ευρωπαϊκό ομόλογο θα μπορούσε να ενισχύσει τη διεθνή θέση του ευρώ, ιδίως σε μια περίοδο που η αξιοπιστία του δολαρίου βρίσκεται υπό αυξημένο έλεγχο. Η ενίσχυση της διεθνούς ελκυστικότητας του ευρώ θα μπορούσε σταδιακά να μειώσει το κόστος χρηματοδότησης για κυβερνήσεις και επιχειρήσεις.
Ο Στουρνάρας δεν προσδιορίζει το ακριβές ύψος νέων εκδόσεων που απαιτούνται, επισημαίνει όμως ότι χρειάζεται συνδυασμός βραχυπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου χρέους, ώστε να δημιουργηθεί πλήρης καμπύλη αποδόσεων και αξιόπιστο σημείο αναφοράς για ιδιωτικές επενδύσεις.
Το προηγούμενο του Ταμείου Ανάκαμψης
Ως παράδειγμα επιτυχημένης κοινής έκδοσης, επικαλείται το Ταμείο Ανάκαμψης ύψους περίπου 800 δισ. ευρώ μετά την πανδημία. Η σύνδεση της χρηματοδότησης με συγκεκριμένους στόχους και μεταρρυθμίσεις, υποστηρίζει, περιόρισε τον ηθικό κίνδυνο και ενίσχυσε την αξιοπιστία στις αγορές.
Η λογική, σύμφωνα με τον ίδιο, θα μπορούσε να επαναληφθεί σε τομείς στρατηγικής σημασίας, όπως η άμυνα, η πράσινη ενέργεια και η καινοτομία.
Νομισματική πολιτική: Ψυχραιμία από τη Φρανκφούρτη
Παρά τη δυναμική συζήτηση για τη θεσμική αρχιτεκτονική της Ευρώπης, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος εμφανίζεται καθησυχαστικός ως προς τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές της νομισματικής πολιτικής. Η οικονομία της Ευρωζώνης, όπως εκτιμά, παραμένει ανθεκτική και ο πληθωρισμός οδεύει προς τον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα.
Οι κίνδυνοι για ανάπτυξη και τιμές παραμένουν διπλής κατεύθυνσης, ωστόσο η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ, εφόσον υπάρξει, φαίνεται ελαφρώς πιθανότερο να είναι μείωση επιτοκίων παρά αύξηση. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος αποφεύγει τις δραματικές προβλέψεις, σημειώνοντας ότι δεν αναμένονται «συναρπαστικές» εξελίξεις από τη Φρανκφούρτη, εκτός εάν υπάρξει σοβαρή ανατροπή στο διεθνές περιβάλλον.
Διαβάστε επίσης; Μακρόν: Κοινός δανεισμός και ευρωπαϊκή προτίμηση για ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας






Μ.Η.Τ. 242183