Bank of America: Πώς η ποσοτική σύσφιξη της ΕΚΤ αλλάζει τις αγορές χρήματος, το Euribor και τη χρηματοδότηση των τραπεζών
Η πλεονάζουσα ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης έχει περιοριστεί δραστικά τα τελευταία δύο χρόνια, καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνεχίζει την πορεία ποσοτικής σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής. Σύμφωνα με ανάλυση της Bank of America Global Research, τα διαθέσιμα αποθεματικά έχουν μειωθεί περίπου κατά 50% σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά επίπεδα του 2022, αντανακλώντας την σταδιακή απόσυρση των έκτακτων μέτρων στήριξης που εφαρμόστηκαν μετά την πανδημία.
Παρά τη σημαντική υποχώρηση της ρευστότητας, μέχρι στιγμής οι πιέσεις στις αγορές χρηματοδότησης παραμένουν περιορισμένες, κυρίως λόγω της ανακατανομής των αποθεματικών μεταξύ των τραπεζικών συστημάτων της Ευρωζώνης.
Η ποσοτική σύσφιξη της ΕΚΤ και η πτώση των αποθεματικών
Η σταδιακή μείωση της πλεονάζουσας ρευστότητας αποτελεί άμεση συνέπεια της πολιτικής ποσοτικής σύσφιξης (Quantitative Tightening – QT) που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μετά τα προγράμματα μαζικής αγοράς ομολόγων και τις έκτακτες πράξεις παροχής ρευστότητας της περιόδου 2020–2022, το Ευρωσύστημα έχει αρχίσει να περιορίζει τον ισολογισμό του, επιτρέποντας την απορρόφηση κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα.
Η Bank of America επισημαίνει ότι η μείωση της συνολικής ρευστότητας δεν έχει μεταφραστεί ακόμη σε έντονη πίεση για τις τράπεζες. Ένας βασικός λόγος είναι ότι τα αποθεματικά έχουν μεταφερθεί από τραπεζικά συστήματα με υψηλή ρευστότητα προς άλλα που είχαν χαμηλότερα επίπεδα, περιορίζοντας τις ανισορροπίες.
Παράλληλα, η μεταβολή στην πολιτική αμοιβής των κρατικών καταθέσεων από την ΕΚΤ οδήγησε σε μετακίνηση σημαντικών ποσών από το Ευρωσύστημα προς το τραπεζικό σύστημα, συμβάλλοντας προσωρινά στη σταθεροποίηση των συνθηκών χρηματοδότησης.
Περιορισμένη πίεση στις αγορές χρήματος… προς το παρόν
Παρά την αισθητή μείωση των αποθεματικών, τα spreads στις βραχυπρόθεσμες αγορές χρήματος του ευρώ έχουν μέχρι στιγμής διευρυνθεί μόνο οριακά. Τα επιτόκια της αγοράς εξακολουθούν να κινούνται κάτω από τα επιτόκια δανεισμού της ΕΚΤ, γεγονός που περιορίζει την ανάγκη των τραπεζών να καταφύγουν στις πράξεις χρηματοδότησης της κεντρικής τράπεζας.
Ωστόσο, τα πρώτα σημάδια αλλαγής έχουν ήδη εμφανιστεί. Η δραστηριότητα στην αγορά του €STR -του επιτοκίου αναφοράς που αποτυπώνει τον διατραπεζικό δανεισμό μίας ημέρας χωρίς εξασφαλίσεις- καταγράφει σταθερή άνοδο, με τον ημερήσιο όγκο συναλλαγών να φτάνει περίπου τα 70 δισ. ευρώ.
Η αύξηση αυτή υποδηλώνει ότι οι τράπεζες αρχίζουν να βασίζονται περισσότερο στον διατραπεζικό δανεισμό για την κάλυψη βραχυπρόθεσμων αναγκών χρηματοδότησης, καθώς τα διαθέσιμα αποθεματικά περιορίζονται.
Η αυξανόμενη επιρροή των money market funds
Σημαντικό ρόλο στο νέο περιβάλλον χρηματοδότησης διαδραματίζουν πλέον τα αμοιβαία κεφάλαια της αγοράς χρήματος (Money Market Funds – MMFs). Τα περιουσιακά στοιχεία των ευρωπαϊκών βραχυπρόθεσμων MMFs έχουν εκτοξευθεί από περίπου 100 δισ. ευρώ το 2019 σε περισσότερα από 400 δισ. ευρώ σήμερα.
Η ταχεία ανάπτυξη του κλάδου έχει ενισχύσει την επιρροή των συγκεκριμένων κεφαλαίων στη διαμόρφωση των επιτοκίων Euribor, ιδίως στις διάρκειες των τριών, έξι και δώδεκα μηνών.
Ταυτόχρονα, τα MMFs έχουν αυξήσει σημαντικά τη συμμετοχή τους στις συναλλαγές επαναγοράς (repo). Οι τοποθετήσεις σε repos αντιστοιχούν πλέον περίπου στο 21% των συνολικών περιουσιακών στοιχείων τους, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο από το 2011.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την αυξανόμενη ζήτηση για εξασφαλίσεις στην αγορά, καθώς η νομισματική σύσφιξη της ΕΚΤ περιορίζει τη διαθέσιμη ρευστότητα και μεταβάλλει τις ισορροπίες στις αγορές χρήματος.
Τι προβλέπει η Bank of America για τις αγορές χρήματος
Κοιτώντας προς το επόμενο διάστημα, οι αναλυτές της Bank of America εκτιμούν ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών για πρόσβαση σε αποθεματικά θα ενταθεί όσο συνεχίζεται η διαδικασία ποσοτικής σύσφιξης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων Euribor και του €STR αναμένεται να διευρυνθεί. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τις τράπεζες, καθώς και αύξηση των ασφαλίστρων διάρκειας στις αγορές χρήματος της Ευρωζώνης.
Η πορεία της ρευστότητας αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τη λειτουργία των αγορών χρηματοδότησης τα επόμενα χρόνια. Καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απομακρύνεται σταδιακά από την εξαιρετικά χαλαρή νομισματική πολιτική της περιόδου της πανδημίας, το τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης εισέρχεται σε μια νέα φάση όπου η διαχείριση ρευστότητας και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση αποκτούν ξανά κεντρική σημασία.
Διαβάστε επίσης: BofA: Πώς το νέο Eurep της ΕΚΤ μπορεί να αλλάξει την παγκόσμια ζήτηση ομολόγων







Μ.Η.Τ. 242183