Ρεκόρ απολύσεων το 2025 αποκαλύπτουν τα στοιχεία της Εργάνης, με τις μη οικειοθελείς αποχωρήσεις να αγγίζουν το 65%
Μια εικόνα πολύ πιο σύνθετη και λιγότερο «βολική» για τον δημόσιο διάλογο, αναδεικνύουν τα επίσημα στοιχεία του Πληροφοριακό Σύστημα Εργάνη για το 2025, αποκαλύπτοντας ότι η λεγόμενη «στενότητα στην αγορά εργασίας» συνυπάρχει με ένα κύμα απολύσεων και λήξεων συμβάσεων που κινείται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Παρά τη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της απασχόλησης, οι αποχωρήσεις από την εργασία όχι μόνο δεν περιορίστηκαν, αλλά καταγράφουν ρεκόρ, με τις μη οικειοθελείς αποχωρήσεις να κυριαρχούν καθαρά έναντι των παραιτήσεων.
Το εύρημα αυτό έρχεται σε αντίθεση με την κυρίαρχη αφήγηση που αποδίδει τις ελλείψεις προσωπικού κυρίως στην «απροθυμία» εργαζομένων ή ανέργων να ενταχθούν ή να μετακινηθούν στην αγορά εργασίας.
3,3 εκατ. αποχωρήσεις – Το 65% είναι απολύσεις και λήξεις συμβάσεων
Τα συνολικά δεδομένα για το 2025 καταγράφουν 3,306 εκατομμύρια αποχωρήσεις, έναντι 3,383 εκατομμυρίων προσλήψεων, με το ισοζύγιο να παραμένει οριακά θετικό, δημιουργώντας περίπου 77.000 νέες θέσεις εργασίας.
Ωστόσο, πίσω από αυτό το θετικό πρόσημο, η ποιοτική διάσταση των αποχωρήσεων αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα. Από το σύνολο των αποχωρήσεων, 2,141 εκατομμύρια αφορούν απολύσεις και λήξεις συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ενώ μόλις 1,165 εκατομμύρια προκύπτουν από οικειοθελείς αποχωρήσεις.
Με άλλα λόγια, σχεδόν τα δύο τρίτα των αποχωρήσεων, δηλαδή το 64,7%, δεν είναι επιλογή των εργαζομένων, αλλά αποτέλεσμα εργοδοτικών αποφάσεων ή λήξης συμβάσεων, γεγονός που καταδεικνύει υψηλή εργασιακή κινητικότητα υπό πίεση.
Επιστροφή σε «μνημονιακές» αναλογίες
Η αναλογία αυτή αποτελεί την υψηλότερη από το 2013, όταν η ελληνική οικονομία βρισκόταν στο αποκορύφωμα της κρίσης και της ανεργίας.
Τότε, οι απολύσεις και οι λήξεις συμβάσεων αντιστοιχούσαν στο 66,8% των αποχωρήσεων, ποσοστό που επανεμφανίζεται πλέον σε συνθήκες ανάπτυξης και αυξημένης απασχόλησης, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για τη δομή και την ποιότητα της εργασίας.
Από το 2014 και μετά είχε καταγραφεί σταδιακή αποκλιμάκωση του δείκτη, η οποία κορυφώθηκε το 2021, εν μέσω πανδημίας, όταν –λόγω των μέτρων στήριξης– οι απολύσεις περιορίστηκαν στο 56,8% των αποχωρήσεων.
Ωστόσο, από το 2022 και μετά η τάση αντιστρέφεται, με σταθερή άνοδο των μη οικειοθελών αποχωρήσεων. Το 2022 το ποσοστό διαμορφώθηκε στο 61,9%, το 2023 στο 63,9%, το 2024 στο 64,2% και το 2025 έφτασε στο 64,7%.
Ευελιξία ή αστάθεια; Ο ρόλος των συμβάσεων ορισμένου χρόνου
Η αύξηση αυτή συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη διεύρυνση της εποχικής και ευέλικτης απασχόλησης. Στην περίοδο 2022–2025, οι λήξεις συμβάσεων ορισμένου χρόνου αυξήθηκαν κατά 27,1%, ενώ οι απολύσεις αυξήθηκαν κατά 10,7%.
Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κινητικότητας στην αγορά εργασίας δεν αφορά ελεύθερες επιλογές εργαζομένων, αλλά τη φύση των συμβάσεων και τη δομή της απασχόλησης, ειδικά σε κλάδους όπως ο τουρισμός και οι υπηρεσίες.
Συνολικά, οι αποχωρήσεις αυξήθηκαν κατά 16,5%, σχεδόν παράλληλα με την αύξηση των προσλήψεων κατά 16,2%, στοιχείο που επιβεβαιώνει μια αγορά με υψηλή κυκλοφορία εργαζομένων αλλά και περιορισμένη σταθερότητα.
Η «παγίδα» της αγοράς εργασίας
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας αγοράς που αναπτύσσεται αριθμητικά, αλλά ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από έντονη ρευστότητα και ανακύκλωση θέσεων εργασίας.
Η αύξηση των απολύσεων και των λήξεων συμβάσεων, σε συνδυασμό με τις καταγγελλόμενες ελλείψεις προσωπικού, αναδεικνύει ένα δομικό παράδοξο: μια οικονομία που δημιουργεί θέσεις εργασίας, αλλά δυσκολεύεται να τις διατηρήσει.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν η «στενότητα» στην αγορά εργασίας οφείλεται πράγματι σε έλλειψη διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού ή αν αντανακλά τις συνθήκες απασχόλησης και το επίπεδο σταθερότητας που προσφέρουν οι επιχειρήσεις.
Διαβάστε επίσης; Στη Βουλή το νέο εργασιακό νομοσχέδιο: Τι αλλάζει σε υπερωρίες, απολύσεις και προσλήψεις εργαζομένων







Μ.Η.Τ. 242183