Έρνστ Μόριτς Τεοντόρ Τσίλλερ: Από τη δόξα και τα μεγάλα έργα έως την οικονομική κατάρρευση και το τραγικό τέλος
Όταν ο νεαρός Έρνστ Μόριτς Τεοντόρ Τσίλλερ πάτησε το πόδι του στην Αθήνα, τον χειμώνα του 1861, βρέθηκε μπροστά σε μια πόλη που απείχε πολύ από την εικόνα ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Χωμάτινοι δρόμοι, ελλιπείς υποδομές, λειψυδρία, αυθόρμητη οικιστική ανάπτυξη και ένα αστικό τοπίο που περισσότερο θύμιζε μεγάλο χωριό παρά το διοικητικό κέντρο ενός νέου κράτους. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη μισοχτισμένη, άνυδρη και ακατέργαστη Αθήνα, ο Σάξονας αρχιτέκτονας διέκρινε κάτι που άλλοι δεν έβλεπαν ακόμη: μια πόλη που μπορούσε να μεταμορφωθεί.
Ο Τσίλλερ δεν ήρθε στην Ελλάδα ως τυχαίος τεχνίτης. Είχε ήδη σπουδάσει αρχιτεκτονική, είχε καλλιτεχνική παιδεία, γνώριζε από κοντά τη δύναμη της σχεδίασης και της μορφής και διέθετε μια σπάνια ικανότητα να συνδυάζει αισθητική, τεχνική γνώση και επιχειρηματικό ένστικτο. Η πρόσκληση του Θεόφιλου Χάνσεν να αναλάβει την επίβλεψη της ανέγερσης της Σιναίας Ακαδημίας στην οδό Πανεπιστημίου δεν ήταν μια απλή επαγγελματική ευκαιρία. Ήταν το πέρασμά του σε έναν τόπο που έμελλε να γίνει όχι απλώς ο χώρος δράσης του, αλλά η μεγάλη του μοίρα.
Στην πρώτη του επαφή με την πρωτεύουσα, ο Τσίλλερ δεν αρκέστηκε στην εργολαβική παρακολούθηση ενός εμβληματικού έργου. Άρχισε να παρατηρεί, να μελετά, να καταγράφει. Περιηγήθηκε στα αρχαία κατάλοιπα, σχεδίασε μορφολογικά πρότυπα, αναζήτησε το νήμα που συνέδεε το αρχαίο κάλλος με τη νεωτερική πόλη που γεννιόταν. Η Ελλάδα δεν του πρόσφερε απλώς εργασία. Του προσέφερε έμπνευση, υλικό, αρχιτεκτονική μνήμη. Και εκείνος απάντησε με πάθος.
Η διακοπή των εργασιών στην Ακαδημία, μετά την εκθρόνιση του Όθωνα, τον ανάγκασε προσωρινά να επιστρέψει στη Βιέννη. Όμως η επιστροφή του δεν ήταν πισωγύρισμα. Ήταν το διάλειμμα πριν από τη μεγάλη έκρηξη. Όταν ξαναήρθε στην Αθήνα το 1868, δεν ήταν πια ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός. Ήταν ένας αρχιτέκτονας έτοιμος να επιβάλει το δικό του στίγμα σε μια χώρα που οικοδομούνταν σχεδόν από το μηδέν.
Ο άνθρωπος που έχτισε μια νέα Ελλάδα – Από τα ανάκτορα και τα θέατρα ως τις επαύλεις των αστών
Η δεύτερη άφιξη του Τσίλλερ στην Ελλάδα αποδείχθηκε καθοριστική όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά για ολόκληρη τη μορφή της νεότερης Ελλάδας. Το γραφείο του στην Αθήνα εξελίχθηκε πολύ γρήγορα σε κέντρο παραγωγής αρχιτεκτονικής για ένα κράτος που διψούσε να αποκτήσει πρόσωπο, ύφος και αυτοπεποίθηση. Ο Τσίλλερ δεν σχεδίαζε απλώς κτήρια. Σχεδίαζε την εικόνα ενός έθνους που ήθελε να μοιάζει ευρωπαϊκό, χωρίς να αποκόπτεται από το αρχαιοελληνικό του βάθος.
Το μεγάλο του προτέρημα ήταν ότι δεν φυλακίστηκε ποτέ σε έναν μόνο ρυθμό. Δεν υπήρξε δογματικός, ούτε δέσμιος μιας σχολής. Συνέθετε. Πατούσε στο φως της Ελλάδας, στο αρχαιοελληνικό μέτρο, αλλά συγχρόνως αντλούσε από την αναγέννηση, τον νεοκλασικισμό, τον ιστορισμό, τον εκλεκτικισμό, την εμπειρία των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων. Είχε τη σπάνια ικανότητα να αντιλαμβάνεται ότι η αρχιτεκτονική δεν είναι διακοσμητική επιφάνεια, αλλά τρόπος ζωής, κοινωνική δήλωση και πολιτισμική αυτοπεποίθηση.
Γι’ αυτό και η παραγωγή του απλώθηκε παντού. Στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στη Σύρο, στην Πάτρα, στην Καλαμάτα, στο Αίγιο, στο Γύθειο, στον Πύργο, στην Τρίπολη. Δημόσια κτήρια, θέατρα, εκκλησίες, αγορές, ξενοδοχεία, επαύλεις, αστικά αρχοντικά, εξοχικές κατοικίες. Για την ανερχόμενη ελληνική αστική τάξη ο Τσίλλερ έγινε σχεδόν συνώνυμο του κύρους. Αν ήθελες να αποδείξεις πλούτο, θέση, φιλοδοξία και πολιτισμική ανωτερότητα, ήθελες ένα σπίτι με την υπογραφή του.
Δεν ήταν, όμως, μόνο αρχιτέκτονας. Ήταν και ερευνητής, σχεδιαστής, αρχαιολόγος, άνθρωπος της παρατήρησης και της λεπτομέρειας. Η ενασχόλησή του με την αρχαιολογία δεν ήταν ερασιτεχνικό καπρίτσιο, αλλά ουσιαστική συμβολή στη γνώση του ελληνικού παρελθόντος. Συμμετείχε σε ανασκαφές, αποτύπωσε ευρήματα, μελέτησε το θέατρο του Διονύσου, ερεύνησε τον Παρθενώνα και συνέβαλε σε μια κρίσιμη επιστημονική παρατήρηση: ότι οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν συνειδητά την καμπύλωση στις γραμμές των ναών για λόγους οπτικής τελειότητας. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν περιορίστηκε να μιμηθεί την κλασική Ελλάδα. Προσπάθησε να την καταλάβει.
Και ενώ η καριέρα του απογειωνόταν, η Ελλάδα τον απορροφούσε ολοένα και περισσότερο. Έγινε Έλληνας πολίτης, ανέπτυξε οικογένεια, ρίζωσε στην Αθήνα, παντρεύτηκε τη Σοφία Δούδου και έχτισε για τη ζωή του και για τους δικούς του τρία ξεχωριστά σπίτια, στην Αθήνα, στην Κηφισιά και στον Πειραιά. Η προσωπική του διαδρομή ταυτίστηκε πλήρως με τη χώρα. Ο Τσίλλερ δεν ήταν πια ο ξένος δημιουργός που εργαζόταν στην Ελλάδα. Ήταν ένας από τους ανθρώπους που τη διαμόρφωσαν.
Η πτώση, η οικονομική συντριβή και ένα τέλος που προσβάλλει τη μνήμη του
Κι όμως, ο άνθρωπος που σημάδεψε τη φυσιογνωμία της νεότερης Ελλάδας, ο δημιουργός περισσότερων από 500 κτηρίων, ο αρχιτέκτονας που έδωσε στην Αθήνα και σε δεκάδες άλλες πόλεις ευρωπαϊκή αυτοπεποίθηση, δεν πέθανε δοξασμένος. Πέθανε φτωχός, καταρρακωμένος και ουσιαστικά εγκαταλελειμμένος.
Η αρχή του τέλους ήρθε όταν η Ελλάδα μπήκε σε περίοδο οικονομικής ασφυξίας. Η χρεοκοπία, η κάμψη της οικοδομικής δραστηριότητας και η απότομη συρρίκνωση των δημόσιων έργων έκοψαν το οξυγόνο από ένα οικοσύστημα που για χρόνια τροφοδοτούσε την παραγωγικότητά του. Ο Τσίλλερ, ανήσυχος και επιχειρηματικά τολμηρός, δεν έμεινε αδρανής. Προσπάθησε να ανοίξει νέο πεδίο δράσης, επενδύοντας την περιουσία του σε εταιρεία κατασκευής φραγμάτων μαζί με δύο συμπατριώτες του. Η απόφαση αποδείχθηκε καταστροφική. Το εγχείρημα κατέρρευσε και μαζί του κατέρρευσε και η οικονομική του ασφάλεια.
Το αρχοντικό της Μαυρομιχάλη βγήκε στο σφυρί. Τα εξοχικά στην Κηφισιά και στον Πειραιά χάθηκαν. Η οικογένεια, που κάποτε ζούσε μέσα στη μεγαλοπρέπεια των δημιουργιών του, βρέθηκε να δίνει μάχη για την επιβίωση. Η σύζυγός του παρέδιδε μαθήματα πιάνου, οι κόρες του εργάζονταν με ό,τι ταλέντο διέθεταν, και ο ίδιος βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά στην κατάθλιψη και τη σωματική εξάντληση.
Το πιο πικρό στοιχείο αυτής της ιστορίας δεν είναι μόνο η οικονομική του καταστροφή. Είναι η αμηχανία, σχεδόν η αχαριστία, με την οποία τον αντιμετώπισε η ίδια η πολιτεία που τόσο ωφελήθηκε από το έργο του. Όταν πέθανε το 1923, σε ηλικία 86 ετών, η οικογένειά του δεν διέθετε ούτε τα χρήματα για την κηδεία του. Το αίτημα να κηδευτεί δημοσία δαπάνη δεν βρήκε ανταπόκριση. Φίλοι και γνωστοί αναγκάστηκαν να καλύψουν όπως μπορούσαν τα έξοδα της ταφής του.
Είναι από εκείνες τις σκληρές ιστορικές ειρωνείες που δεν ξεχνιούνται εύκολα. Ο άνθρωπος που έντυσε την Ελλάδα με μνημειακότητα, που μετέτρεψε την ακατέργαστη πρωτεύουσα σε σκηνικό αστικής αυτοπεποίθησης, που έδωσε στην ελληνική πόλη ρυθμό, μορφή και ευρωπαϊκή πυγμή, έφυγε σχεδόν γυμνός από τιμές. Άφησε πίσω του μια χώρα σφραγισμένη από το έργο του, αλλά έναν προσωπικό επίλογο πικρό, σχεδόν σπαρακτικό.
Κι όμως, αυτή η πτώση δεν μειώνει το μέγεθός του. Αντίθετα, το φωτίζει ακόμη πιο έντονα. Γιατί ο Τσίλλερ δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος αρχιτέκτονας. Ήταν ένας παθιασμένος δημιουργός, ένας κοσμοπολίτης που αγάπησε την Ελλάδα όσο λίγοι, ένας άνθρωπος που δεν αρκέστηκε να σχεδιάσει κτήρια αλλά επιχείρησε να σχεδιάσει ολόκληρη την εικόνα μιας χώρας που ήθελε να σταθεί με αξιώσεις στον σύγχρονο κόσμο. Και αυτό, παρά το τραγικό του τέλος, παραμένει η πιο βαριά και αδιαμφισβήτητη κληρονομιά του.

















Μ.Η.Τ. 242183