Ο Απρίλιος γίνεται μήνας-κλειδί για τα επιτόκια της ΕΚΤ, καθώς ο πόλεμος και η άνοδος του πετρελαίου αλλάζουν τις προβλέψεις
Ο Απρίλιος εξελίσσεται σε καθοριστικό μήνα για τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ ανατρέπουν τις αρχικές εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας. Η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι έχει ήδη πυροδοτήσει ένα νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων, την ώρα που η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη λόγω της εξάρτησής της από τις εισαγωγές ενέργειας.
Στις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη, το αρχικό σενάριο μιας σύντομης γεωπολιτικής έντασης έχει πλέον εγκαταλειφθεί. Η σύγκρουση διανύει ήδη τον δεύτερο μήνα και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προετοιμάζονται για ένα πιο παρατεταμένο ενεργειακό σοκ, το οποίο απειλεί να μετατραπεί σε πλήρους κλίμακας κρίση. Η ανησυχία δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές της ενέργειας, αλλά επεκτείνεται στην ανάπτυξη, την κατανάλωση και τη συνολική ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βλέπουν πλέον τον Απρίλιο ως το τελευταίο «παράθυρο» πριν οι επιπτώσεις παγιωθούν. Αν ο πόλεμος συνεχιστεί πέρα από το τέλος του μήνα, οι επιδράσεις στο κόστος ενέργειας και στον πληθωρισμό θα γίνουν βαθύτερες και πιο επίμονες, επηρεάζοντας άμεσα τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής.
Το δίλημμα της ΕΚΤ: Ανάπτυξη ή πληθωρισμός
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συνεδρίαση της ΕΚΤ στις 30 Απριλίου αποκτά χαρακτήρα ορόσημου. Ευρωπαϊκές πηγές προεξοφλούν ότι εάν δεν υπάρξει αποκλιμάκωση της κρίσης έως τότε, η Τράπεζα θα προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίων κατά 0,25 της ποσοστιαίας μονάδας, επιχειρώντας να συγκρατήσει τις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η ενεργειακή ακρίβεια.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει ήδη προειδοποιήσει για τον κίνδυνο διπλού πλήγματος στην ευρωζώνη, με τον πληθωρισμό να ενισχύεται και την ανάπτυξη να επιβραδύνεται. Το δίλημμα για τη Φρανκφούρτη γίνεται όλο και πιο σύνθετο: από τη μία πλευρά η ανάγκη περιορισμού του πληθωρισμού, από την άλλη ο κίνδυνος να επιβαρυνθεί περαιτέρω η οικονομική δραστηριότητα μέσω υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Το βασικό σενάριο της ΕΚΤ αποτυπώνει ήδη αυτή τη νέα πραγματικότητα. Για το δεύτερο τρίμηνο του έτους, οι μέσες τιμές του πετρελαίου εκτιμώνται στα 90 δολάρια το βαρέλι και του φυσικού αερίου στα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, οδηγώντας σε επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 0,9% από 1,2% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη. Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός αναθεωρείται ανοδικά στο 2,6%, έναντι 1,9% πριν την έναρξη της κρίσης, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η ενεργειακή αναταραχή μεταφέρεται άμεσα στην πραγματική οικονομία.
Τα σενάρια κρίσης: Από επιβράδυνση σε σοκ
Πέρα από το βασικό σενάριο, τα πιο δυσμενή σενάρια της ΕΚΤ αποτυπώνουν μια πολύ πιο ανησυχητική εικόνα. Στην περίπτωση που η διαταραχή στις ενεργειακές ροές από τα στενά του Ορμούζ φτάσει το 40%, οι τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να κινηθούν στα 119 δολάρια το βαρέλι και του φυσικού αερίου στα 87 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Σε αυτή την εκδοχή, ο πληθωρισμός θα σκαρφαλώσει στο 3,5%, ενώ η ανάπτυξη θα περιοριστεί στο 0,6%, επιβεβαιώνοντας ότι η ευρωζώνη εισέρχεται σε φάση έντονης επιβράδυνσης.
Το πιο ακραίο σενάριο, ωστόσο, είναι εκείνο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Με το πετρέλαιο να εκτινάσσεται έως τα 145 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο να φτάνει τα 106 ευρώ ανά μεγαβατώρα, η οικονομία της ευρωζώνης θα βρεθεί αντιμέτωπη με συνθήκες που θυμίζουν ενεργειακή κρίση μεγάλης κλίμακας. Σε αυτή την περίπτωση, ο πληθωρισμός προβλέπεται να φτάσει το 4,4% το 2026 και το 4,8% το 2027, ενώ η ανάπτυξη θα κατρακυλήσει στο 0,4%, υπονομεύοντας τη συνολική οικονομική σταθερότητα.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής: ο πόλεμος δεν αποτελεί πλέον έναν εξωτερικό γεωπολιτικό κίνδυνο, αλλά έναν άμεσο οικονομικό παράγοντα που επηρεάζει τις αποφάσεις της ΕΚΤ και τη ζωή των πολιτών. Ο Απρίλιος, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι απλώς ένας ακόμη μήνας. Είναι το σημείο καμπής όπου θα κριθεί αν η Ευρώπη θα περιοριστεί σε μια φάση επιβράδυνσης ή θα εισέλθει σε έναν νέο κύκλο κρίσης με βαθύτερες και πιο επίμονες συνέπειες.
Διαβάστε επίσης; Morgan Stanley, JP Morgan, Deutsche Bank: Το ενεργειακό σοκ ξαναγράφει το story της ΕΚΤ για τα επιτόκια







Μ.Η.Τ. 242183