ΙΟΒΕ: Το δύσκολο 2026 για την ελληνική οικονομία – Ανάπτυξη με ρίσκα και πληθωρισμός έως 4,5% αν κλιμακωθεί η κρίση στη Μέση Ανατολή
Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια πιο απαιτητική φάση, όπου η ανάπτυξη συνεχίζεται αλλά με εμφανώς μειωμένη δυναμική. Το ΙΟΒΕ, στην τελευταία του έκθεση, αναθεωρεί προς τα κάτω την πρόβλεψη για το 2026, τοποθετώντας τον ρυθμό μεγέθυνσης στο 1,8%, σε ένα βασικό σενάριο που πλέον δεν αφήνει περιθώρια για αισιοδοξία χωρίς όρους.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια οικονομία που έχει χάσει μέρος της μεταπανδημικής ορμής της και καλείται να λειτουργήσει μέσα σε ένα περιβάλλον διεθνούς αστάθειας. Η κατανάλωση, που τα προηγούμενα χρόνια λειτουργούσε ως βασικός μοχλός ανάπτυξης, εμφανίζεται πιο συγκρατημένη, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα κινηθεί με ρυθμό μόλις 1,4% σε ένα δυσμενέστερο σενάριο.
Το εναλλακτικό σενάριο του ΙΟΒΕ κατεβάζει ακόμη περισσότερο τον πήχη, στο 1,4%, δείχνοντας ότι η οικονομία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στη ζήτηση, αλλά και στο εξωτερικό ισοζύγιο, καθώς μια μικρή ανοικτή οικονομία όπως η ελληνική επηρεάζεται άμεσα από τις διεθνείς εξελίξεις. Οι εξαγωγές εκτιμάται ότι θα κινηθούν υποτονικά, ενώ οι εισαγωγές θα συνεχίσουν να αυξάνονται ταχύτερα, επιβαρύνοντας περαιτέρω το εμπορικό έλλειμμα.
Υπάρχει, βεβαίως, και το θετικό σενάριο, όπου η ανάπτυξη μπορεί να ξεπεράσει οριακά το 2%, υπό την προϋπόθεση ότι οι τιμές ενέργειας δεν θα εκτοξευθούν και ότι η Ελλάδα θα προσελκύσει αυξημένες τουριστικές ροές. Όμως ακόμη και αυτή η εκδοχή δεν θεωρείται δεδομένη, αλλά εξαρτάται από παράγοντες που δεν ελέγχονται πλήρως σε εθνικό επίπεδο.
Πληθωρισμός, ενέργεια και γεωπολιτική – Το τρίγωνο της αβεβαιότητας
Το μεγαλύτερο ρίσκο για την ελληνική οικονομία δεν προέρχεται από το εσωτερικό της, αλλά από το εξωτερικό περιβάλλον. Η κρίση στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ, επηρεάζει άμεσα τις τιμές της ενέργειας, δημιουργώντας ένα ντόμινο επιπτώσεων που φτάνει μέχρι τον τελικό καταναλωτή.
Στο βασικό σενάριο, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα κινηθεί στο 3,5% το 2026, ωστόσο σε περίπτωση επιδείνωσης της κρίσης μπορεί να εκτοξευθεί ακόμη και στο 4,5%. Το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι απλώς ένας αριθμητικός κίνδυνος. Σημαίνει μείωση της αγοραστικής δύναμης, πίεση στις επιχειρήσεις και επιβράδυνση της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας.
Η ενέργεια λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της αβεβαιότητας. Ακόμη και σε ένα ήπιο σενάριο, οι τιμές αναμένεται να παραμείνουν υψηλότερες από τα προηγούμενα χρόνια, επηρεάζοντας τόσο το κόστος παραγωγής όσο και την κατανάλωση. Σε ένα πιο αρνητικό σενάριο, η κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε ένα νέο κύμα ανατιμήσεων, με άμεσες συνέπειες για την οικονομία.
Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική αστάθεια επηρεάζει και τον τουρισμό, έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Αν και υπάρχει το ενδεχόμενο μετατόπισης επισκεπτών προς ασφαλέστερους προορισμούς όπως η Ελλάδα, η αύξηση του κόστους μετακίνησης και η μείωση των εισοδημάτων στις βασικές αγορές ενδέχεται να περιορίσουν αυτή τη δυναμική.
Τράπεζες, επενδύσεις και διαρθρωτικές αδυναμίες – Το πραγματικό στοίχημα
Στο εσωτερικό μέτωπο, η εικόνα του τραπεζικού συστήματος παραμένει θετική, με υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια, αυξημένη ρευστότητα και ιστορικά χαμηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια αναδεικνύονται σημαντικές προκλήσεις.
Η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, αλλά η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια παραμένει αδύναμη, στοιχείο που αποτυπώνει την επιφυλακτικότητα των νοικοκυριών. Παράλληλα, το κόστος χρηματοδότησης αναμένεται να αυξηθεί, περιορίζοντας τη δυνατότητα νέων επενδύσεων.
Σημαντικά ζητήματα παραμένουν επίσης η υψηλή έκθεση των τραπεζών σε κρατικά ομόλογα, το μεγάλο ποσοστό κόκκινων δανείων εκτός ισολογισμών και η εξάρτηση από την αναβαλλόμενη φορολογία. Πρόκειται για παράγοντες που δεν δημιουργούν άμεσο πρόβλημα, αλλά περιορίζουν τα περιθώρια ευελιξίας σε περίπτωση νέας κρίσης.
Το πιο ουσιαστικό μήνυμα της έκθεσης αφορά τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Η εξάρτηση από εισαγωγές, το επενδυτικό κενό και η αργή σύγκλιση με την Ευρώπη παραμένουν ανοιχτά ζητήματα. Σε ένα περιβάλλον αυξημένων διεθνών κινδύνων, η ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων και ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ξεκάθαρη. Η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται σε κρίση, αλλά ούτε και σε φάση άνετης ανάπτυξης. Βρίσκεται σε μια λεπτή ισορροπία, όπου η ανθεκτικότητα θα κριθεί από την ικανότητά της να διαχειριστεί ένα περιβάλλον που αλλάζει ταχύτατα και συχνά απρόβλεπτα.
Διαβάστε επίσης; ΙΟΒΕ: «Ρωγμές» στο οικονομικό κλίμα τον Μάρτιο – Πτώση προσδοκιών και «παγωμένη» κατανάλωση







Μ.Η.Τ. 242183