Ραγδαία δημογραφική μετατόπιση καταγράφεται στην ελληνική αγορά εργασίας, με τους εργαζόμενους ηλικίας 45–64 ετών να αποτελούν πλέον την απόλυτη πλειοψηφία του απασχολούμενου πληθυσμού.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το δ΄ τρίμηνο του 2025, η συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα αντιστοιχεί στο 50,6% των συνολικών απασχολούμενων, σηματοδοτώντας μια δομική αλλαγή στο προφίλ της εργασίας στη χώρα.
Κυριαρχία των μεγαλύτερων ηλικιών στην απασχόληση
Σε απόλυτους αριθμούς, οι εργαζόμενοι ηλικίας 45–64 ετών ανέρχονται σε 2,154 εκατομμύρια επί συνόλου 4,250 εκατομμυρίων απασχολούμενων. Αν συνυπολογιστεί το σύνολο του εργατικού δυναμικού (εργαζόμενοι και άνεργοι), η συγκεκριμένη ομάδα φτάνει τα 2,295 εκατομμύρια άτομα, καλύπτοντας το 49,4%.
Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι η ελληνική αγορά εργασίας στηρίζεται πλέον κατά κύριο λόγο στις ηλικίες άνω των 45 ετών, με τους 50άρηδες να αποτελούν τον βασικό κορμό της απασχόλησης.
Ιστορική μεταβολή από το 2009 έως σήμερα
Η εικόνα διαφοροποιείται δραματικά σε σύγκριση με την προμνημονιακή περίοδο. Το 2009, η πολυπληθέστερη ηλικιακή κατηγορία ήταν οι 30–44 ετών, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο 43% των απασχολουμένων (1,967 εκατ.). Το 2025, το μερίδιό τους έχει υποχωρήσει στο 34% (1,455 εκατ.), καταγράφοντας απώλεια άνω των 9 ποσοστιαίων μονάδων.
Αντίθετα, οι εργαζόμενοι 45–64 ετών αυξήθηκαν σημαντικά, από 36% το 2009 σε 50,6% το 2025, ενισχύοντας τη θέση τους κατά περίπου 14 ποσοστιαίες μονάδες.
Συρρίκνωση της συμμετοχής των νέων
Εξίσου έντονη είναι η υποχώρηση της παρουσίας των νέων στην αγορά εργασίας. Οι ηλικίες 15–29 ετών μειώθηκαν από 808.000 εργαζόμενους το 2009 (17,9%) σε 592.000 το 2025 (13,9%), καταγράφοντας απώλεια 216.000 θέσεων εργασίας.
Αν ληφθεί υπόψη το συνολικό εργατικό δυναμικό, το ποσοστό των νέων υποχωρεί από 19,9% σε 14,9%, επιβεβαιώνοντας τη γενικευμένη δημογραφική γήρανση της απασχόλησης.
Διαρθρωτικές επιπτώσεις στην οικονομία και το ασφαλιστικό
Η μετατόπιση του εργατικού δυναμικού προς μεγαλύτερες ηλικίες δεν αποτελεί απλώς στατιστική μεταβολή, αλλά παράγοντα με ευρύτερες οικονομικές συνέπειες. Η γήρανση του ανθρώπινου δυναμικού επηρεάζει την παραγωγικότητα, περιορίζει τη δυναμική ανανέωση της εργασίας και αυξάνει τις πιέσεις στο αναδιανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα.
Παράλληλα, η μείωση της ανεργίας δεν αποτυπώνει πλήρως την εικόνα της αγοράς, καθώς το συνολικό εργατικό δυναμικό εξακολουθεί να υπολείπεται των προμνημονιακών επιπέδων, υποδεικνύοντας βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες.
Η ελληνική αγορά εργασίας εισέρχεται σε φάση έντονης δημογραφικής αναδιάρθρωσης, με τους 45–64 ετών να αποτελούν πλέον τον βασικό πυλώνα της απασχόλησης. Η παράλληλη αποδυνάμωση των νεότερων ηλικιών αναδεικνύει ένα σύνθετο πρόβλημα που υπερβαίνει την απλή στατιστική βελτίωση των δεικτών ανεργίας και θέτει στο επίκεντρο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης.







Μ.Η.Τ. 242183