Η Εθνική Τράπεζα ετοιμάζεται να ανακοινώσει εντός της εβδομάδας την τελική συμφωνία συνεργασίας με την Allianz, σηματοδοτώντας την επιστροφή της στον χώρο των τραπεζοασφαλίσεων μετά την αποεπένδυση από την Εθνική Ασφαλιστική. Η συμφωνία προβλέπει αφενός την απόκτηση ποσοστού 30% στη δραστηριότητα της Allianz στην Ελλάδα και αφετέρου τη σύναψη μακροχρόνιας συνεργασίας bancassurance, με το δίκτυο της τράπεζας να επανέρχεται ως βασικός δίαυλος διάθεσης ασφαλιστικών προϊόντων.
Μέσω αυτής της κίνησης, η τράπεζα επανατοποθετείται σε έναν τομέα που ιστορικά αποτελούσε βασικό πυλώνα των δραστηριοτήτων της, επιδιώκοντας να ενισχύσει τις προμήθειες και να διαφοροποιήσει τις πηγές εσόδων της. Η Allianz στην Ελλάδα, η οποία κατατάσσεται έκτη σε μέγεθος με βάση την παραγωγή ασφαλίστρων και μέχρι σήμερα δεν διατηρούσε τραπεζική συνεργασία, επιλέχθηκε έπειτα από πολύμηνη αξιολόγηση της αγοράς που ακολούθησε τη λήξη της σχέσης με το CVC Capital Partners. Υπενθυμίζεται ότι στις αρχές του 2025 είχε προηγηθεί η αιφνιδιαστική πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής στον όμιλο της Τράπεζα Πειραιώς.
Η αποεπένδυση
Η εξέλιξη εκείνη είχε προκαλέσει έντονες αναταράξεις στην ασφαλιστική αγορά, καθώς ανέτρεψε μια συμφωνία 15ετούς διάρκειας που είχε συναφθεί μόλις το 2021 μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας, της CVC και της Εθνικής Ασφαλιστικής.
Η νέα σύμπραξη με την Allianz δημιουργεί διαφορετικές προοπτικές για τις δύο πλευρές. Ο γερμανικός όμιλος διαθέτει παρουσία σε όλο το φάσμα των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων και μπορεί να προσφέρει ένα ευρύ χαρτοφυλάκιο προϊόντων — από καλύψεις επιχειρηματικών κινδύνων και περιουσίας έως ασφάλειες αυτοκινήτου, υγείας, καθώς και προϊόντα αποταμίευσης και επένδυσης. Με αυτόν τον τρόπο, λειτουργεί ως πλήρης πάροχος ασφαλιστικών λύσεων, ενισχύοντας την εμπορική πρόταση της τράπεζας.
Το εγχείρημα έχει διπλή στόχευση: από τη μία πλευρά, η Εθνική Τράπεζα επιχειρεί να καλύψει το χαμένο έδαφος έναντι των ανταγωνιστών της στις τραπεζοασφαλίσεις· από την άλλη, η Allianz αποκτά για πρώτη φορά πρόσβαση σε τραπεζικό δίκτυο διανομής στην ελληνική αγορά.
Η επιστροφή της τράπεζας στον ασφαλιστικό κλάδο δεν περιορίζεται σε μια απλή εμπορική συμφωνία. Μετά από μια δεκαετία αναδιαρθρώσεων και δύσκολων επιλογών, επιδιώκει να επανακαθορίσει τη στρατηγική της μέσα από ένα μοντέλο συνεργασίας που συνδυάζει συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο με συμφωνία διανομής προϊόντων, αντί της πλήρους ιδιοκτησιακής ενσωμάτωσης. Για τον όμιλο, η συμφωνία συνδέεται και με την αποκατάσταση της θέσης του, έπειτα από μια μακρά περίοδο αποεπενδύσεων και μετασχηματισμού.
Η αποχώρηση από τον ασφαλιστικό κλάδο είχε τις ρίζες της στην περίοδο της κρίσης, όταν οι ελληνικές τράπεζες υποχρεώθηκαν, στο πλαίσιο των σχεδίων αναδιάρθρωσης και των δεσμεύσεων προς τις ευρωπαϊκές αρχές, να περιορίσουν τη συμμετοχή τους σε μη τραπεζικές δραστηριότητες. Η Εθνική Ασφαλιστική βρέθηκε τότε στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας.
Η πρώτη απόπειρα πώλησης το 2016–2017, με ενδιαφερόμενη την κοινοπραξία Calamos–EXIN, δημιούργησε προσδοκίες για υψηλό τίμημα, όμως τελικά δεν ολοκληρώθηκε, αφήνοντας ανοιχτά ζητήματα αξιοπιστίας και χρηματοδότησης. Όταν η διαδικασία επανεκκίνησε, οι συνθήκες ήταν λιγότερο ευνοϊκές: η πίεση για ολοκλήρωση είχε αυξηθεί και οι διαθέσιμες επιλογές ήταν περιορισμένες.
Έτσι, το 2021 η τράπεζα κατέληξε σε συμφωνία πώλησης του 90,01% της Εθνικής Ασφαλιστικής στο CVC, με το συνολικό τίμημα να διαμορφώνεται στα 505 εκατ. ευρώ για το 100%, εκ των οποίων σημαντικό μέρος συνδεόταν με μελλοντικούς στόχους απόδοσης και πωλήσεων μέσω bancassurance.
Η μεταβίβαση αυτή άλλαξε τον χαρακτήρα της ασφαλιστικής, η οποία από οργανικό τμήμα τραπεζικού ομίλου μετατράπηκε σε επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο. Στα επόμενα χρόνια, η εταιρεία αναδιαρθρώθηκε, ενώ προετοιμάστηκε και η αποεπένδυση του fund.
Μετά την ένταξή της στον όμιλο της Πειραιώς, η Εθνική Τράπεζα βρέθηκε χωρίς παρουσία στον ασφαλιστικό τομέα, χάνοντας όχι μόνο την ιδιοκτησία μιας εταιρείας αλλά και ένα σημαντικό κανάλι παραγωγής εσόδων.
Οι κινήσεις των τραπεζών
Σε ένα περιβάλλον όπου οι τράπεζες αναζητούν νέες πηγές κερδοφορίας πέρα από τα επιτόκια, η απουσία από τις ασφαλίσεις αποδείχθηκε μειονέκτημα. Ενδεικτικές είναι οι κινήσεις της Eurobank, η οποία επανέκτησε τον έλεγχο της Eurolife, καθώς και της Πειραιώς που ενίσχυσε τη θέση της στον κλάδο.
Αντίστοιχα, η Alpha Bank έχει συνάψει συμφωνία αποκλειστικής συνεργασίας με την Generali για τη διάθεση ασφαλιστικών προϊόντων μέσω του δικτύου της, ενώ προχωρά και η πώληση του 51% της AlphaLife στην UniCredit.
Η επαναπροσέγγιση τραπεζών και ασφαλιστικών ενισχύεται και από το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο. Ο λεγόμενος Danish Compromise επιτρέπει πλέον ευνοϊκότερη κεφαλαιακή μεταχείριση τέτοιων συμμετοχών, καθιστώντας τις σχετικές κινήσεις πιο ελκυστικές.
Για την Εθνική Τράπεζα, η επιστροφή στις ασφαλίσεις συνδέεται και με τη δυνατότητα αξιοποίησης των ισχυρών κεφαλαιακών της αποθεμάτων. Σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η επιλογή αυτή δείχνει να αποτελεί στρατηγική απόφαση και όχι επιβεβλημένη κίνηση, σηματοδοτώντας μια νέα φάση για τον όμιλο.
Διαβάστε επίσης; Εθνική Τράπεζα: Σήμα ισχύος από κέρδη και διανομή-γίγας 1 δισ. ευρώ στους μετόχους







Μ.Η.Τ. 242183