Η JPMorgan Chase & Co. διατηρεί τη σύσταση «Overweight» για τη ΔΕΗ και τιμή-στόχο τα 21 ευρώ έως τον Δεκέμβριο του 2027, εκτιμώντας ότι τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του 2026 επιβεβαιώνουν τη μετάβαση του ομίλου σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης με βασικούς άξονες τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τη διεθνή επέκταση και τις υποδομές δικτύων.
Η αμερικανική τράπεζα χαρακτηρίζει τα αποτελέσματα ισχυρά, αν και σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενα, καθώς μέρος των οικονομικών στοιχείων είχε ήδη παρουσιαστεί κατά την ανακοίνωση του στρατηγικού σχεδίου 2026-2030 στα τέλη Απριλίου. Παρ’ όλα αυτά, το εύρος της βελτίωσης σε λειτουργική κερδοφορία και καθαρά κέρδη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς ενισχύει την ορατότητα γύρω από το επενδυτικό αφήγημα της ΔΕΗ.
Τα προσαρμοσμένα EBITDA και τα καθαρά κέρδη μετά δικαιωμάτων μειοψηφίας αυξήθηκαν πάνω από 50% σε ετήσια βάση, καλύπτοντας ήδη σχεδόν το ένα τρίτο των στόχων που έχει θέσει η διοίκηση για το σύνολο του 2026. Η επίδοση αυτή αποδίδεται κυρίως στις ευνοϊκές καιρικές συνθήκες, στην αυξημένη υδροηλεκτρική παραγωγή και στη συνεχιζόμενη βελτίωση του ενεργειακού μίγματος υπέρ των ΑΠΕ. Η JP Morgan εκτιμά ότι η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη σταδιακή απεξάρτηση της ΔΕΗ από τις θερμικές μονάδες και τη μεταβλητότητα του λιγνίτη.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην πρόοδο του επενδυτικού προγράμματος στις ΑΠΕ. Η διοίκηση επανέλαβε τον στόχο για εγκατεστημένη ισχύ 18,8 GW έως το 2030, από 7,2 GW που είχε ο όμιλος τον Μάρτιο του 2026, ενώ επιπλέον 6,7 GW βρίσκονται ήδη υπό κατασκευή, αδειοδότηση ή διαγωνιστική διαδικασία. Παράλληλα, οι ΑΠΕ συμμετέχουν πλέον κατά 56% στο ενεργειακό μίγμα της ΔΕΗ, τη στιγμή που η λιγνιτική παραγωγή έχει περιοριστεί στο 13%, με την παραγωγή από λιγνίτη να καταγράφει ετήσια μείωση 18%. Σύμφωνα με την JP Morgan, η πλήρης απολιγνιτοποίηση έως το τέλος του 2026 εμφανίζεται πλέον ως απολύτως εφικτός στόχος.
Παρά τη θετική λειτουργική εικόνα, η αγορά στρέφει πλέον την προσοχή της στο χρηματοδοτικό σκέλος της στρατηγικής ανάπτυξης. Η επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 4 δισ. ευρώ αποτελεί τον βασικό επόμενο καταλύτη για τη μετοχή, καθώς θα χρηματοδοτήσει την επιτάχυνση των επενδύσεων στις ΑΠΕ, τη διεθνή επέκταση και την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιακών υποδομών Fibergrid. Η έκτακτη γενική συνέλευση για την έγκριση της συναλλαγής έχει προγραμματιστεί για τις 14 Μαΐου, ενώ η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναμένεται έως τα τέλη του μήνα.
Η JP Morgan θεωρεί ότι η μόχλευση του ομίλου παραμένει διαχειρίσιμη, με τον δείκτη καθαρού χρέους προς EBITDA να διαμορφώνεται στο 3,0x, εντός του εύρους καθοδήγησης 3,0x-3,5x, παρά το ιδιαίτερα επιθετικό επενδυτικό πρόγραμμα. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι ανάγκες εκτέλεσης αυξάνονται σημαντικά, καθώς οι επενδύσεις του πρώτου τριμήνου ανήλθαν σε περίπου 500 εκατ. ευρώ, μόλις το 11% του ετήσιου στόχου επενδύσεων ύψους 4,5 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος του επενδυτικού βάρους μεταφέρεται στα επόμενα τρίμηνα, αυξάνοντας τις απαιτήσεις αποτελεσματικής διαχείρισης κεφαλαίου και υλοποίησης έργων.
Σε ό,τι αφορά τη Ρουμανία, η διοίκηση εμφανίστηκε καθησυχαστική απέναντι στις πολιτικές εξελίξεις, υπογραμμίζοντας ότι δεν επηρεάζονται οι προβλέψεις του ομίλου. Οι διεθνείς δραστηριότητες συνεισέφεραν ήδη το 21% των EBITDA στο πρώτο τρίμηνο, στοιχείο που, σύμφωνα με την JP Morgan, αναδεικνύει τη σταδιακή μετατροπή της ΔΕΗ από εγχώριο utility σε περιφερειακό ενεργειακό παίκτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται και στον τηλεπικοινωνιακό τομέα Fibergrid, τον οποίο η αμερικανική τράπεζα αντιμετωπίζει ως ένα «κρυφό asset» με σημαντική δυνητική αξία. Το δίκτυο οπτικών ινών της ΔΕΗ καλύπτει πλέον 1,8 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 86%, ενώ πάνω από 1 εκατ. συνδέσεις είναι ήδη διαθέσιμες προς άμεση ενεργοποίηση. Ο στόχος για 2,7 εκατ. συνδέσεις έως το τέλος του 2026 δημιουργεί, σύμφωνα με την JP Morgan, προϋποθέσεις για σταθερές υποδομιακές ταμειακές ροές και πιθανή μελλοντική αναβάθμιση της αποτίμησης του ομίλου.
Η τράπεζα επανέλαβε την πρόβλεψη για προσαρμοσμένα EBITDA 2,4 δισ. ευρώ το 2026 και καθαρά κέρδη μετά δικαιωμάτων μειοψηφίας 700 εκατ. ευρώ, ενώ εκτιμά ότι το μέρισμα θα διαμορφωθεί στα 0,8 ευρώ ανά μετοχή. Σε επίπεδο αποτίμησης, εκτιμά ότι η ΔΕΗ εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με σημαντικό discount έναντι των ευρωπαϊκών ενεργειακών ομίλων, καθώς ο δείκτης P/E διαμορφώνεται στις 10,7 φορές για το 2026 και στις 7,5 φορές για το 2027, ενώ ο δείκτης EV/EBITDA κυμαίνεται μεταξύ 6,1x και 6,2x. Παράλληλα, η JP Morgan προβλέπει μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κερδών ανά μετοχή 32% για την περίοδο 2025-2028, στοιχείο που, κατά την εκτίμησή της, δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στην αποτίμηση της μετοχής.
ΔΕΗ: Υπερκάλυψη-ρεκόρ στην ΑΜΚ των 4 δισ. ευρώ πριν το book building





Μ.Η.Τ. 242183