Με ιδιαίτερα επιθετική ρητορική, το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών απορρίπτει εκ νέου τη Γενοκτονία των Ποντίων και κατηγορεί την Ελλάδα για «διαστρέβλωση της ιστορίας».
19η Μαΐου Γενοκτονία των Ποντίων: Η «σκιά» της ατιμωρησίας που παραμένει ζωντανή
Η ανακοίνωση εκδόθηκε ανήμερα της 19ης Μαΐου, ημερομηνίας με έντονο συμβολισμό για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε μια περίοδο εύθραυστης ύφεσης στο διμερές πεδίο.
Μετωπική επίθεση και αμφισβήτηση του ιστορικού γεγονότος
Το τουρκικό ΥΠΕΞ εξαπολύει ευθείες βολές κατά της Αθήνας, απορρίπτοντας τη χρήση του όρου «γενοκτονία» και κάνοντας λόγο για «αβάσιμες αξιώσεις του Πόντου» και «παραποίηση των γεγονότων» από την ελληνική πλευρά.
Παράλληλα, η Άγκυρα επιχειρεί αντιστροφή των ιστορικών ρόλων, προβάλλοντας τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα της περιόδου, ενώ συνδέει την 19η Μαΐου 1919 αποκλειστικά με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στη Σαμψούντα και την έναρξη του «εθνικού αγώνα».
Επίκληση Ατατούρκ και αποσιώπηση της ποντιακής μνήμης
Η 19η Μαΐου παρουσιάζεται από την τουρκική πλευρά ως «Ημέρα Μνήμης, Νεολαίας και Αθλητισμού του Ατατούρκ», με πλήρη αποσιώπηση της ιστορικής διάστασης που συνδέεται με τον ποντιακό ελληνισμό και τη διεθνή αναγνώριση της γενοκτονίας από το 1994 στην Ελλάδα, καθώς και από άλλα κοινοβούλια και θεσμούς.
Η Άγκυρα κατηγορεί την Ελλάδα ότι ενσωματώνει «αβάσιμες ιστορικές αφηγήσεις» στην εκπαίδευση και στη νομοθεσία της, ενώ επικαλείται τη Συνθήκη της Λωζάνης και εκθέσεις συμμαχικών επιτροπών για να υποστηρίξει αντίθετες ιστορικές ερμηνείες.
Ιστορικός αναθεωρητισμός και διεύρυνση της αντιπαράθεσης
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε γεγονότα που εκτείνονται από το 1821 και τη σφαγή της Τριπολιτσάς έως τη Μικρασιατική Καταστροφή και τα γεγονότα της Σμύρνης, με στόχο τη συγκρότηση ενός ευρύτερου αφηγήματος που παρουσιάζει την Ελλάδα ως διαχρονικό θύτη.
Ειδικότερα, ανεβάζοντας περαιτέρω τους τόνους, η Άγκυρα επιχειρεί να συνδέσει την ποντιακή ιστορική μνήμη με τη Μικρασιατική Εκστρατεία, κάνοντας αναφορά στην αποτυχία της «Μεγάλης Ιδέας» και αποδίδοντας στον ελληνικό στρατό κατηγορίες για «εγκλήματα πολέμου» και «φρικαλεότητες».
Η ρητορική αυτή εντάσσεται σε ένα σταθερό μοτίβο ιστορικού αναθεωρητισμού, μέσω του οποίου επιχειρείται η εργαλειοποίηση του παρελθόντος στο πλαίσιο σύγχρονων διπλωματικών και πολιτικών επιδιώξεων.
Αντίφαση ρητορικής και πολιτικής έντασης
Παρότι η Άγκυρα καλεί την Αθήνα να εγκαταλείψει την «εκμετάλλευση της ιστορίας» και να υιοθετήσει «πνεύμα ειρήνης και συνεργασίας», ταυτόχρονα κλιμακώνει τη ρητορική αντιπαράθεση σε ένα από τα πιο ευαίσθητα ιστορικά ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Για την ελληνική πλευρά, το ζήτημα της Γενοκτονία των Ποντίων παραμένει ανοιχτή ιστορική και πολιτική πληγή, η οποία εξακολουθεί να επηρεάζει το πλαίσιο των διμερών σχέσεων.
Η νέα παρέμβαση του τουρκικού ΥΠΕΞ δεν αποτελεί μεμονωμένη διπλωματική δήλωση, αλλά εντάσσεται σε μια σταθερή στρατηγική ιστορικής αφήγησης με πολιτική στόχευση. Η επιμονή στην άρνηση της γενοκτονίας και η αντιστροφή ιστορικών ευθυνών λειτουργούν ως παράγοντας διαρκούς έντασης, δυσχεραίνοντας κάθε προσπάθεια οικοδόμησης εμπιστοσύνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι τρεις φάσεις της Γενοκτονίας
Η εξόντωση των Ελλήνων του Πόντου κάθε άλλο παρά ένα τυχαίο ξέσπασμα βίας ήταν. Επρόκειτο για μια μεθοδική επιχείρηση που εξελίχθηκε σε τρεις διακριτές ιστορικές φάσεις:
1. Η περίοδος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1916)
Με την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, το καθεστώς των Νεότουρκων έθεσε σε εφαρμογή την «έμμεση εξόντωση». Υπό την καθοδήγηση του Γερμανού στρατηγού Λίμαν φον Σάντερς, ο οποίος εισηγήθηκε τη βίαιη απομάκρυνση των χριστιανικών πληθυσμών από τα παράλια προς την ενδοχώρα, χιλιάδες άνδρες οδηγήθηκαν στα διαβόητα «Τάγματα Εργασίας» (Amele Taburu). Εκεί, χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, δουλεύοντας σε λατομεία και ορυχεία κάτω από εξοντωτικές συνθήκες, οι Πόντιοι πέθαιναν από κακουχίες. Ήταν η «λευκή γενοκτονία»: ο θάνατος χωρίς τη σπατάλη σφαιρών.
2. Οι πορείες θανάτου (1916-1918)
Μετά τη ρωσική υποχώρηση από την Τραπεζούντα το 1918, οι βιαιοπραγίες εντάθηκαν. Οι εκτοπισμοί έγιναν ο κανόνας. Γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι αναγκάζονταν σε ατελείωτες πεζοπορίες μέσα στα χιόνια, με προορισμό το εσωτερικό της Ανατολίας. Όσοι δεν πέθαιναν από την πείνα ή το κρύο, έπεφταν θύματα των τσέτων (άτακτων τουρκικών συμμοριών). Μόνο στην επαρχία της Αμάσειας, από τους 72.000 εκτοπισμένους, το 70% έχασε τη ζωή του πριν καν φτάσει στον προορισμό του.
3. Οι αγριότητες του Κεμαλισμού (1919-1923)
Η πιο άγρια φάση ξεκινά στις 19 Μαΐου 1919, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα. Με το πρόσχημα της επιβολής της τάξης, εξαπέλυσε ένα κύμα τρομοκρατίας που δεν είχε προηγούμενο. Με τη βοήθεια εγκληματιών όπως ο Τοπάλ Οσμάν, ολόκληρα χωριά πυρπολήθηκαν με τους κατοίκους τους μέσα στις εκκλησίες. Τα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια το 1921 καταδίκασαν σε θάνατο την πνευματική και πολιτική ηγεσία του Πόντου, σφραγίζοντας τη μοίρα του ελληνισμού της περιοχής.
Η εξόντωση των Ελλήνων ήταν συστηματική και είχε στόχο την ολική εξαφάνιση ενός εθνικού και θρησκευτικού συνόλου, γι’ αυτό άλλωστε γίνεται λόγος για γενοκτονία. Επιπλέον οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν μελετημένες για να επιφέρουν το μέγιστο αποτέλεσμα με το ελάχιστο «κόστος». Αυτές ήταν η κοινωνική απομόνωση, με στόχο την διατάραξη των δεσμών της κοινότητας μέσω του εκτοπισμού, η ψυχολογική πίεση, καθώς τα θύματα έβλεπαν τις οικογένειές τους να αργοπεθαίνουν από πείνα και δίψα και τέλος η απόκρυψη αποδείξεων, δεδομένου ότι οι δολοφονίες γίνονταν μακριά από τα αστικά κέντρα, στις ερήμους και στα βουνά, ώστε να μην υπάρχουν μάρτυρες.
Αυτή η πολιτική δεν αφορούσε μόνο τον Πόντο, αλλά εντασσόταν σε ένα ευρύτερο σχέδιο εξόντωσης όλων των Χριστιανών της Ανατολής, συμπεριλαμβανομένων των Αρμενίων και των Ασσυρίων, γεγονός που καθιστά το έγκλημα αυτό ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.







Μ.Η.Τ. 242183