Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα βαθαίνει, καθώς οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν κατά περίπου 85% την τελευταία δεκαετία, ξεπερνώντας κατά πολύ την άνοδο των εισοδημάτων των νοικοκυριών.
Στεγαστική κρίση: Νέα μοντέλα στο μικροσκόπιο για να «ξεκλειδώσουν» 794.000 κλειστά σπίτια
Νέα ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) αναδεικνύει τις σοβαρές στρεβλώσεις της αγοράς κατοικίας και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν χιλιάδες πολίτες στην αναζήτηση προσιτής στέγης.
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΔΝΤ με τίτλο «Inside Greece’s Housing Affordability Paradoxes», η στεγαστική κρίση δεν οφείλεται αποκλειστικά στην έλλειψη κατοικιών, αλλά κυρίως στις ανισορροπίες που παρατηρούνται στην κατανομή του διαθέσιμου στεγαστικού αποθέματος.
Παρότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα υψηλότερα ποσοστά κατοικιών ανά κάτοικο, η πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή στέγη γίνεται ολοένα και δυσκολότερη. Τα στοιχεία δείχνουν ότι από το 2016 έως σήμερα οι ζητούμενες τιμές πώλησης κατοικιών αυξήθηκαν κατά περίπου 85%, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών ενισχύθηκε μόλις κατά 47%.
Ως αποτέλεσμα, το 2025 το διάμεσο κόστος στέγασης ξεπέρασε το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Παράλληλα, σχεδόν δύο στα πέντε νοικοκυριά δαπανούν πλέον περισσότερο από το 40% του εισοδήματός τους για ενοίκιο ή στεγαστικές υποχρεώσεις.
Αττική, Θεσσαλονίκη και τουριστικές περιοχές οδηγούν την άνοδο
Τα στοιχεία της πλατφόρμας Spitogatos καταγράφουν έντονες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις στις τιμές ακινήτων. Η Αττική, η Θεσσαλονίκη και οι δημοφιλείς τουριστικοί προορισμοί εμφανίζουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις και τα υψηλότερα επίπεδα τιμών, ασκώντας πρόσθετες πιέσεις στους κατοίκους των περιοχών αυτών.
Παρά την αύξηση των διαθέσιμων αγγελιών, η αγορά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντικές αναντιστοιχίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Ο μέσος χρόνος παραμονής ενός ακινήτου στην αγορά φτάνει τους οκτώ μήνες για πώληση και τους έξι μήνες για ενοικίαση.
Την ίδια στιγμή, περισσότερο από το 55% των κατοικιών που διατίθενται προς πώληση κοστίζει πάνω από 200.000 ευρώ, ποσό που θεωρείται απαγορευτικό για μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών. Στην αγορά ενοικίων, η μέση ζητούμενη τιμή διαμορφώνεται στα 575 ευρώ πανελλαδικά, ενώ στην Αττική αγγίζει τα 785 ευρώ τον μήνα.
Η αγορά ζητά μικρά σπίτια, αλλά η προσφορά παραμένει περιορισμένη
Η έρευνα επισημαίνει ότι η σύνθεση του διαθέσιμου στεγαστικού αποθέματος δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες των πολιτών. Ένα στα τρία ακίνητα που πωλούνται έχει επιφάνεια άνω των 120 τετραγωνικών μέτρων, ενώ η ζήτηση στρέφεται κυρίως σε μικρότερες και οικονομικότερες κατοικίες.
Αντίστοιχα, σε Αττική και Θεσσαλονίκη μόνο το 30% των διαθέσιμων κατοικιών προς ενοικίαση είναι μικρότερο των 60 τ.μ., όταν στις υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει περίπου το 55%.
«Έκρηξη» στις βραχυχρόνιες μισθώσεις – Άνοδος 240% σε επτά χρόνια
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις της αγοράς κατοικίας φαίνεται να διαδραματίζει η ταχεία εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Οι σχετικές καταχωρίσεις αυξήθηκαν κατά 240% την περίοδο 2017-2024, φτάνοντας τις 230.000, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 3,5% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος της χώρας.
Η ανάλυση του ΔΝΤ, η οποία αξιοποίησε δεδομένα από το Spitogatos, το INSETE και την ΕΛΣΤΑΤ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μεγάλη συγκέντρωση ακινήτων σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης συνδέεται με υψηλότερες τιμές κατοικιών και περιορισμένη διαθεσιμότητα ακινήτων για μακροχρόνια μίσθωση, ιδιαίτερα σε περιοχές αυξημένης ζήτησης.
Ενεργειακά «βαριά» τα ελληνικά σπίτια
Πέρα από το κόστος αγοράς και ενοικίασης, η έκθεση αναδεικνύει και το υψηλό ενεργειακό κόστος των ελληνικών κατοικιών. Σύμφωνα με τα στοιχεία, τα ελληνικά κτίρια καταναλώνουν κατά μέσο όρο 65% περισσότερη ενέργεια ανά τετραγωνικό μέτρο σε σύγκριση με τα αντίστοιχα της Πορτογαλίας, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Οι αναλυτές του ΔΝΤ υπογραμμίζουν ότι η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί στοχευμένες πολιτικές που θα βασίζονται σε αξιόπιστα δεδομένα, ώστε να βελτιωθεί η διαθεσιμότητα προσιτής κατοικίας και να περιοριστούν οι στρεβλώσεις που καταγράφονται σήμερα στην ελληνική αγορά ακινήτων.







Μ.Η.Τ. 242183