Της Μαρίας Αναστασιάδη
Η δημογραφική γήρανση αποτελεί μια εξέλιξη με ευρύτερες επιπτώσεις από εκείνες που αφορούν το συνταξιοδοτικό σύστημα και την απασχόληση. Επηρεάζει άμεσα και τον τραπεζικό κλάδο, οδηγώντας σε σταδιακή μεταβολή του τρόπου δημιουργίας εσόδων. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Morningstar DBRS, οι τράπεζες αναμένεται να στηρίζονται ολοένα λιγότερο στα έσοδα από δανειοδοτήσεις και τόκους και περισσότερο σε δραστηριότητες όπως η διαχείριση επενδύσεων, τα αποταμιευτικά προϊόντα, τα αμοιβαία κεφάλαια και οι ασφαλιστικές υπηρεσίες.
Η έκθεση επισημαίνει ότι χώρες με έντονα αρνητικές δημογραφικές τάσεις, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Ιταλία και η Βουλγαρία, αντιμετωπίζουν μείωση του πληθυσμού, γεγονός που περιορίζει τη δημιουργία νέων νοικοκυριών και συνεπώς τη ζήτηση για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια. Αντίθετα, η αύξηση του ποσοστού των ηλικιωμένων ενισχύει το ενδιαφέρον για προϊόντα αποταμίευσης, επενδύσεων, ασφάλισης και συνταξιοδοτικού σχεδιασμού.
Η θέση της Ελλάδας στον σχετικό χάρτη της μελέτης είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που ενδέχεται να χάσουν πάνω από το 15% του πληθυσμού τους έως το τέλος του αιώνα, καταγράφοντας μία από τις πιο αρνητικές δημογραφικές προοπτικές στην Ευρώπη.
Οι προβλέψεις αυτές εξηγούν τη στροφή των ελληνικών τραπεζών προς δραστηριότητες όπως η διαχείριση περιουσίας, οι επενδυτικές υπηρεσίες και η ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Τομείς που στο παρελθόν είχαν συμπληρωματικό χαρακτήρα αποκτούν πλέον στρατηγική σημασία για τη μελλοντική ανάπτυξη και κερδοφορία τους.
Στην περίπτωση της Eurobank, η ενσωμάτωση της Eurolife και της κυπριακής CNP αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά τα έσοδα από ασφαλιστικές εργασίες. Για την περίοδο 2026-2028 προβλέπονται επιπλέον έσοδα ύψους 130 εκατ. ευρώ, με στόχο οι συνολικές προμήθειες από τον ασφαλιστικό τομέα να φθάσουν τα 200 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η αύξηση των κεφαλαίων υπό διαχείριση κατά 21% εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε σχεδόν διπλασιασμό των σχετικών εσόδων, από 88 σε 170 εκατ. ευρώ. Ως αποτέλεσμα, οι προμήθειες από ασφαλιστικές υπηρεσίες και διαχείριση περιουσίας αναμένεται να αντιστοιχούν στο 35% του συνόλου των προμηθειών, έναντι 20% το 2025.
Παρόμοια πορεία ακολουθεί και η Τράπεζα Πειραιώς. Η διοίκηση προβλέπει αύξηση των εσόδων από δραστηριότητες διαχείρισης περιουσίας στα 150 εκατ. ευρώ έως το 2030, από 106 εκατ. ευρώ το 2025, καθώς τα υπό διαχείριση κεφάλαια αναμένεται να ξεπεράσουν τα 20 δισ. ευρώ. Επιπλέον, η εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής εκτιμάται ότι θα ενισχύσει θεαματικά τα έσοδα από ασφαλιστικές εργασίες, τα οποία αναμένεται να φθάσουν τα 210 εκατ. ευρώ, έναντι περίπου 90 εκατ. ευρώ το 2025.
Ανάλογη δυναμική καταγράφεται και στην Εθνική Τράπεζα. Οι προμήθειες από επενδυτικά και τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα ανήλθαν σε 68 εκατ. ευρώ το 2025, παρουσιάζοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με τα 47 εκατ. ευρώ του προηγούμενου έτους. Η συνεργασία με την Allianz εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε πολλαπλασιασμό των εσόδων από ασφαλιστικά προϊόντα όταν η συμφωνία αξιοποιηθεί πλήρως. Ταυτόχρονα, τα υπό διαχείριση κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 26% το πρώτο τρίμηνο του 2026, φθάνοντας τα 9,6 δισ. ευρώ, ενώ οι προμήθειες από επενδυτικές υπηρεσίες ενισχύθηκαν κατά 58%.





Μ.Η.Τ. 242183