Υψηλές ταχύτητες ανεβάζει ο όμιλος Ηρακλής στο επενδυτικό του πλάνο. Η πρώτη πενταετία του προγράμματος από το 2020 έως το 2024, αντιστοιχούσε σε επενδύσεις περίπου 170 εκατομμυρίων ευρώ.
Για τη δεύτερη πενταετία, η οποία εκτείνεται έως το 2030, το ύψος των επενδύσεων αναμένεται να αυξηθεί εντυπωσιακά και να φθάσει περίπου τα 600 εκατομμύρια ευρώ, με κεντρικό άξονα την απανθρακοποίηση και τον πράσινο μετασχηματισμό. Παράλληλα με το οργανικό επενδυτικό πλάνο, οι εξαγορές που έχουν ήδη ολοκληρωθεί τα τελευταία χρόνια ανέρχονται συνολικά σε περίπου 100 εκατομμύρια ευρώ.
Η πορεία της ελληνικής αγοράς τσιμέντου ξεπερνά τις αρχικές προσδοκίες του ομίλου ΗΡΑΚΛΗΣ για το τρέχον έτος, ανέφερε σε εκπροσώπους του Τύπου ο διευθύνων σύμβουλος Δημήτρης Χανής, με αφορμή την ενεργό συμμετοχή του ομίλου Ηρακλής σε ένα από τα μεγαλύτερα κατασκευαστικά ορόσημα του Ελληνικού και συγκεκριμένα σε 14 από τις 45 μονάδες παραγωγής, διευκρινίζοντας ότι η εγχώρια αγορά καταγράφει ισχυρή άνοδο της τάξης του 7% με 8%. Μάλιστα, η επίδοση αυτή ξεπερνά σημαντικά τον αρχικό στόχο ανάπτυξης του 5% που είχε τεθεί στις αρχές της χρονιάς, ενώ σε αυτό το περιβάλλον, ο όμιλος προστατεύει σταθερά το ηγετικό μερίδιο αγοράς του, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 47% και 48%.
Το έργο στο Ελληνικό
Από την πλευρά του ο Βασίλης Ιακώβου Διευθυντής Δραστηριότητας Σκυροδέματος του ομίλου ΗΡΑΚΛΗΣ, μιλώντας για την πορεία των έργων στο Ελληνικό και τη στρατηγική ανάπτυξης της εταιρείας τόνισε ότι: «Το 10% του μπετού που παράγει ο Όμιλος ΗΡΑΚΛΗΣ πανελλαδικά κατευθύνεται σήμερα στο εμβληματικό έργο του Ελληνικού, με κεντρικό ορόσημο τον Riviera Tower, όπου οι απαιτητικές σκυροδετήσεις ολοκληρώνονται πλέον μέσα στον Ιούνιο μετά από μια πορεία που ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2022. Η στατική μελέτη του ουρανοξύστη προέβλεπε τη χρήση πολύ πιο ανθεκτικών σκυροδεμάτων ειδικών προδιαγραφών, ενώ παράλληλα προχωρούν και οι εργασίες για το καζίνο, το οποίο ξεκίνησε αργότερα και εκτιμάται ότι χρειάζεται περίπου έναν χρόνο ακόμη για την ολοκλήρωση του δικού του φέροντος οργανισμού.»
«Η γιγάντωση αυτή των αναγκών υποστηρίζεται από την εκρηκτική ανάπτυξη του δικτύου μας, καθώς πλέον λειτουργούμε συνολικά 45 μονάδες μπετού σε όλη την Ελλάδα, σημειώνοντας εντυπωσιακή άνοδο σε σύγκριση με τις μόλις 14 μονάδες που διαθέταμε το 2021. Η επέκταση αυτή επιτεύχθηκε μέσω στρατηγικών κινήσεων και εξαγορών, ενσωματώνοντας 15 επιπλέον μονάδες παραγωγής που ενισχύουν καθοριστικά την ηγετική μας παρουσία στην αγορά.»
Εγχώρια αγορά
Σε ό,τι αφορά τους όγκους πωλήσεων, οι εγχώριες πωλήσεις του ομίλου ΗΡΑΚΛΗΣ αναμένεται να διαμορφωθούν φέτος στους 540.000 με 550.000 τόνους. Την ίδια στιγμή, η συνολική παραγωγή για την ελληνική αγορά υπολογίζεται στα 2,3 εκατομμύρια τόνους, ενώ οι εξαγωγές της εταιρείας εκτιμάται ότι θα αγγίξουν τους 600.000 τόνους.
Η εικόνα του κλάδου παρουσιάζει πλήρη ανατροπή σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία, όταν τα δύο τρίτα της ελληνικής παραγωγής κατευθύνονταν στο εξωτερικό. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής δυναμικότητας απορροφάται από την Ελλάδα, γεγονός που επιβεβαιώνει την καθολική και δυναμική ανάκαμψη της εγχώριας κατασκευαστικής δραστηριότητας.
Στρατηγική ανάπτυξης μέσω εξαγορών
Εν τω μεταξύ, η στρατηγική ανάπτυξης του ομίλου μέσω εξαγορών παραμένει πλήρως ενεργή, με την εταιρεία να εξετάζει διαρκώς νέες ευκαιρίες σε λατομεία αδρανών υλικών, μονάδες σκυροδέματος, δομικά προϊόντα και ολοκληρωμένες λύσεις δόμησης. Η διοίκηση διευκρινίζει ότι δεν υφίσταται κάποιο προκαθορισμένο κονδύλι για αυτές τις κινήσεις, καθώς το μέγεθος των πιθανών συναλλαγών είναι ευέλικτο και μπορεί να κυμαίνεται από λίγα εκατομμύρια ευρώ έως και τα 200 εκατομμύρια ευρώ. Μάλιστα, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη σχετικές συζητήσεις για νέους στόχους εξαγοράς στην αγορά.
Για το 2026, η Ηρακλής διατηρεί απόλυτα θετική στάση απέναντι στις προοπτικές του κλάδου. Η διοίκηση εκτιμά ότι τόσο η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα όσο και οι συνολικές κατασκευές στη χώρα θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται με έναν σταθερό ρυθμό της τάξης του 5% με 6%, διατηρώντας ακέραιο το ισχυρό θετικό μομέντουμ που έχει διαμορφωθεί στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια.







Μ.Η.Τ. 242183