Παρά την εξασφαλισμένη τραπεζική χρηματοδότηση και τα ευνοϊκά επιτόκια του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ», περισσότεροι από 21.000 δικαιούχοι δεν κατάφεραν να αγοράσουν κατοικία.
Τράπεζες: Αδιάθετα πάνω από 300 εκατ. ευρώ από το Σπίτι μου Ι και ΙΙ
Η αδυναμία εύρεσης διαθέσιμων ακινήτων και η εκτίναξη των τιμών αποκάλυψαν τις βαθιές στρεβλώσεις της ελληνικής στεγαστικής αγοράς, αφήνοντας εκτός αγοράς πάνω από τους μισούς εγκεκριμένους δανειολήπτες.
Από τους 38.000 εγκεκριμένους αιτούντες, μόλις 17.000 προχώρησαν ή βρίσκονται κοντά στην ολοκλήρωση αγοράς ακινήτου. Με άλλα λόγια, πάνω από το 55% των δικαιούχων έμεινε εκτός αγοράς, παρά το γεγονός ότι είχε εξασφαλίσει χρηματοδότηση.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ελληνικής στεγαστικής αγοράς: η δυσκολία δεν εντοπίζεται πλέον στην πρόσβαση σε δανεισμό, αλλά στην έλλειψη κατοικιών που πληρούν τα κριτήρια του προγράμματος και μπορούν να αγοραστούν σε προσιτές τιμές.
Παράταση έως τις 31 Αυγούστου για 6.000 αγοραστές
Αν και το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε στις αρχές Ιουνίου, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών χορήγησε παράταση έως τις 31 Αυγούστου για την ολοκλήρωση των εκκρεμών συμβολαίων.
Η παράταση αφορά περίπου 6.000 δικαιούχους που έχουν ήδη εξασφαλίσει δανειακή έγκριση, έχουν εντοπίσει ακίνητο και διαθέτουν την απαιτούμενη Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου, χωρίς όμως να έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία μεταβίβασης.
Τα συγκεκριμένα δάνεια θα χρηματοδοτηθούν από πόρους της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, με τις συνολικές δεσμεύσεις του προγράμματος να ανέρχονται πλέον σε 1,8 δισ. ευρώ, έναντι συνολικού προϋπολογισμού 2 δισ. ευρώ.
Μέχρι σήμερα έχουν ήδη εκταμιευθεί περίπου 1,2 δισ. ευρώ σε περισσότερους από 11.000 δικαιούχους, ενώ απομένουν περίπου 630 εκατ. ευρώ που αφορούν όσους βρίσκονται στο τελικό στάδιο ολοκλήρωσης των συναλλαγών.
Το 55% έμεινε εκτός αγοράς παρά την έγκριση χρηματοδότησης
Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο του προγράμματος αφορά τους πολίτες που, παρά την έγκριση των τραπεζών, δεν κατάφεραν να αγοράσουν κατοικία.
Η αδυναμία εύρεσης ακινήτου αποδίδεται κυρίως σε δύο παράγοντες:
Στη χαμηλή διαθεσιμότητα κατοικιών που πληρούσαν τα κριτήρια του προγράμματος.
Στην αύξηση των ζητούμενων τιμών στις περιοχές υψηλής ζήτησης.
Σε πολλές περιπτώσεις, τα διαθέσιμα ακίνητα απαιτούσαν εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης, γεγονός που αύξανε σημαντικά το συνολικό κόστος απόκτησης. Ωστόσο, η ανάγκη για επιπλέον χρηματοδότηση συχνά ξεπερνούσε τις οικονομικές δυνατότητες των ενδιαφερομένων, οδηγώντας αρκετούς στην εγκατάλειψη της προσπάθειας.
Αυξήσεις τιμών έως και 30%
Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς ακινήτων, τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» συνέβαλαν σε αύξηση των τιμών κατοικίας, η οποία σε ορισμένες περιοχές έφθασε ακόμη και το 30%.
Η εξέλιξη αυτή περιόρισε σημαντικά το όφελος του επιδοτούμενου επιτοκίου, καθώς η αυξημένη ζήτηση μεταφράστηκε σε υψηλότερες τιμές πώλησης.
Υπενθυμίζεται ότι το πρόγραμμα προβλέπει επιδότηση επιτοκίου κατά 50% για όλη τη διάρκεια του δανείου. Το μέσο επιτόκιο διαμορφώνεται σήμερα περίπου στο 2,3%, δηλαδή σχεδόν στο μισό ενός αντίστοιχου συμβατικού στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Το μεγάλο μάθημα για τη στεγαστική πολιτική
Τα αποτελέσματα του «Σπίτι μου ΙΙ» επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για την επόμενη φάση της στεγαστικής πολιτικής στην Ελλάδα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ενίσχυση της ζήτησης μέσω φθηνών δανείων δεν επαρκεί όταν δεν συνοδεύεται από ουσιαστικές παρεμβάσεις για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα ακινήτων, σε συνδυασμό με τις ανατιμήσεις, απορρόφησε σημαντικό μέρος των ωφελειών του προγράμματος.
Το γεγονός ότι περισσότεροι από ένας στους δύο εγκεκριμένους δικαιούχους δεν κατάφεραν τελικά να αγοράσουν σπίτι, παρά την εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, αποτελεί το ισχυρότερο συμπέρασμα που αφήνει πίσω του το «Σπίτι μου ΙΙ» και ταυτόχρονα μια σαφή ένδειξη ότι η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί πολιτικές που θα αυξήσουν το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα και όχι μόνο τη χρηματοδοτική δυνατότητα των αγοραστών.







Μ.Η.Τ. 242183