Τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να λαμβάνουν τις χαμηλότερες αποδόσεις στις τραπεζικές τους καταθέσεις σε σύγκριση με τους υπόλοιπους καταθέτες της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Απρίλιο, το επιτόκιο στους λογαριασμούς ταμιευτηρίου παραμένει ουσιαστικά μηδενικό, στο 0,03%, ενώ οι προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας έως ενός έτους προσφέρουν μέση απόδοση 1,13%, παρουσιάζοντας οριακή αύξηση κατά τέσσερις μονάδες βάσης σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Τα στοιχεία για τον Μάιο αναμένεται να δημοσιευθούν στις 3 Ιουλίου.
Παρότι η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης έχει περιοριστεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να είναι αισθητή. Στις καταθέσεις μίας ημέρας, οι Ευρωπαίοι αποταμιευτές αμείβονται κατά μέσο όρο με επιτόκιο 0,53%, όταν στην Ελλάδα η αντίστοιχη απόδοση διαμορφώνεται μόλις στο 0,03%.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στις προθεσμιακές καταθέσεις έως 12 μηνών. Ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη φθάνει το 1,91%, οι Έλληνες καταθέτες περιορίζονται στο 1,13%, καταγράφοντας τη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών του ευρώ. Αμέσως μετά ακολουθεί η Κύπρος με 1,20%, ενώ σε αρκετές χώρες οι αποδόσεις ξεπερνούν το 2%, όπως στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Σλοβακία, την Εσθονία και ιδιαίτερα στην Ολλανδία, όπου αγγίζουν το 2,45%.
Οι προσδοκίες για τα επιτόκια και ο ρόλος του Euribor
Οι αποδόσεις των προθεσμιακών καταθέσεων έχουν ήδη απορροφήσει σε μεγάλο βαθμό τις πρόσφατες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα επιτόκια, καθώς η τιμολόγησή τους συνδέεται άμεσα με την πορεία του Euribor. Για τον λόγο αυτό, οι τραπεζικοί παράγοντες εκτιμούν ότι τα περιθώρια περαιτέρω αύξησης των αποδόσεων είναι περιορισμένα.
Όπως επισημαίνουν στελέχη του τραπεζικού κλάδου, το Euribor δωδεκάμηνης διάρκειας βρισκόταν κοντά στο 2,20% στα τέλη Φεβρουαρίου, πριν από την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, ενώ σήμερα κινείται γύρω στο 2,80%, μετά και τις τελευταίες κινήσεις της ΕΚΤ.
Η περιορισμένη ανταμοιβή των προθεσμιακών καταθέσεων έχει οδηγήσει πολλούς αποταμιευτές στην αναζήτηση εναλλακτικών επιλογών με χαμηλό επενδυτικό κίνδυνο αλλά σημαντικά υψηλότερες αποδόσεις.
Μεταξύ των δημοφιλέστερων επιλογών συγκαταλέγονται τα προϊόντα target maturity, τα οποία προσφέρουν αποδόσεις που κυμαίνονται από 3,5% έως 4% σε ορίζοντα διετίας και περίπου 2,3%-2,4% σε πενταετή διάρκεια. Επίσης, αυξημένο ενδιαφέρον καταγράφεται για τα Αμοιβαία Κεφάλαια Διαχείρισης Διαθεσίμων, τα έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου και τα κρατικά ομόλογα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στα προϊόντα target maturity έχουν τοποθετηθεί κεφάλαια ύψους 5,1 δισ. ευρώ κατά την τελευταία τριετία, εκ των οποίων περίπου 3,2 δισ. ευρώ μέσα στο 2025. Την ίδια περίοδο, οι προθεσμιακές καταθέσεις εμφάνισαν μείωση άνω των 2,5 δισ. ευρώ.
Η σύνθεση των τραπεζικών καταθέσεων
Σήμερα οι προθεσμιακές καταθέσεις αντιπροσωπεύουν μόλις το 15% έως 30% του συνόλου των καταθέσεων, ανάλογα με την τράπεζα. Το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων των πελατών παραμένει σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου ή όψεως.
Η εικόνα αυτή εξηγείται σε σημαντικό βαθμό από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των υπολοίπων αφορά μικρά ποσά, συνήθως από 1.000 έως 5.000 ευρώ, τα οποία χρησιμοποιούνται για καθημερινές ανάγκες και όχι για μακροχρόνια αποταμίευση ή επενδυτικούς σκοπούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το 76% των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα βρίσκεται σε λογαριασμούς άμεσης πρόσβασης.
Γιατί δεν αυξάνουν τα επιτόκια
Η χαμηλή ανταμοιβή των καταθετών δεν συνδέεται αποκλειστικά με την κερδοφορία των τραπεζών, αλλά κυρίως με την υψηλή ρευστότητα που διαθέτουν. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ήδη επαρκή κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν την πιστωτική τους επέκταση, χωρίς να χρειάζονται επιπλέον εισροές καταθέσεων.
Ενδεικτικό είναι ότι ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώνεται περίπου στο 65%, γεγονός που σημαίνει ότι τα χορηγηθέντα δάνεια αντιστοιχούν σε περίπου δύο τρίτα των καταθέσεων που διατηρούν οι τράπεζες. Αντίθετα, στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης ο μέσος αντίστοιχος δείκτης υπερβαίνει το 100%.
Με άλλα λόγια, πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες χρειάζονται πρόσθετη ρευστότητα για να συνεχίσουν να χορηγούν δάνεια και γι’ αυτό προσφέρουν πιο ελκυστικά επιτόκια στους αποταμιευτές. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η υπερβάλλουσα ρευστότητα περιορίζει τα κίνητρα για αυξήσεις στις αποδόσεις των καταθέσεων.
Επιπλέον, τα κεφάλαια που δεν διοχετεύονται σε δανειοδοτήσεις τοποθετούνται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με επιτόκιο 2,25%, χαμηλότερο από τα επίπεδα του Euribor τριμήνου που κινείται κοντά στο 2,40%, γεγονός που επηρεάζει και τη στρατηγική των τραπεζών ως προς την τιμολόγηση των καταθετικών προϊόντων.
Διαβάστε επίσης: Επιτόκια καταθέσεων: Η Ελλάδα τελευταία στην Ευρωζώνη – Χαμηλές αποδόσεις







Μ.Η.Τ. 242183