Πάνω από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα προέρχεται από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας σύμφωνα με την Eurostat
Η ενεργειακή μετάβαση της Ελλάδας αποκτά ολοένα και ισχυρότερο αποτύπωμα, καθώς για πρώτη φορά περισσότερο από το ήμισυ της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη στη χώρα κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 προήλθε από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Τα στοιχεία της Eurostat καταγράφουν ότι η Ελλάδα κινείται πλέον πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή ενίσχυση της συμμετοχής των «πράσινων» μορφών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδύσεις σε αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα επιταχύνονται, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση εντείνει τις προσπάθειες για περιορισμό της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και ενίσχυση της ενεργειακής της αυτονομίας.
Η Ελλάδα ξεπερνά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ποσοστό μεγαλύτερο του 50% της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα προήλθε από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, επίδοση που υπερβαίνει κατά περίπου 4,5 ποσοστιαίες μονάδες τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε επίπεδο ΕΕ, η συμμετοχή των ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε στο 45,5%, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών στο ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα, με ολοένα περισσότερες χώρες να μειώνουν την εξάρτησή τους από συμβατικές μορφές παραγωγής.
Οι πρωταθλητές της πράσινης ενέργειας στην Ευρώπη
Στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης βρίσκεται η Δανία, όπου το 90% της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, με βασικό πυλώνα την αιολική ενέργεια.
Ακολουθεί η Πορτογαλία με ποσοστό 82,9%, ενώ την πρώτη τριάδα συμπληρώνει η Λιθουανία, όπου οι ΑΠΕ καλύπτουν το 75,7% της ηλεκτροπαραγωγής.
Στον αντίποδα, τις χαμηλότερες επιδόσεις καταγράφουν η Τσεχία με μόλις 12,7%, η Μάλτα με 13% και η Σλοβακία με 17,2%, γεγονός που αναδεικνύει τις μεγάλες διαφοροποιήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ των κρατών-μελών ως προς τον ρυθμό της ενεργειακής μετάβασης.
Η αιολική ενέργεια οδηγεί την ευρωπαϊκή μετάβαση
Η αιολική ενέργεια εξακολουθεί να αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή ανανεώσιμης ηλεκτροπαραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 κάλυψε το 44,9% της συνολικής παραγωγής από ΑΠΕ, καταγράφοντας αύξηση 2,6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Ακολουθούν τα υδροηλεκτρικά έργα, με συμμετοχή 28%, ενώ η ηλιακή ενέργεια συνεχίζει να ενισχύει τη θέση της, φτάνοντας στο 17,3% του συνόλου.
Πιο περιορισμένη παραμένει η συμβολή των εύφλεκτων ανανεώσιμων καυσίμων (βιομάζα και βιοαέριο), τα οποία αντιπροσωπεύουν μόλις το 9,4% της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.
Παρά την αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ, τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικό μερίδιο στο ενεργειακό μείγμα της Ευρώπης. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2025, η ηλεκτροπαραγωγή από συμβατικά καύσιμα αυξήθηκε κατά 3,2%, αντιστοιχώντας στο 29,6% της συνολικής παραγωγής, ενώ οι πυρηνικοί σταθμοί κάλυψαν το 23,2% της ηλεκτροπαραγωγής της ΕΕ.
Την ίδια στιγμή, η σταδιακή υποκατάσταση των εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων από ανανεώσιμες μορφές ενέργειας αποφέρει ήδη σημαντικά οικονομικά οφέλη. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξοικονόμησε το 2025 περίπου 51,4 δισ. ευρώ μέσω της μείωσης των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων, ενισχύοντας τόσο την ενεργειακή της ασφάλεια όσο και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Διαβάστε επίσης: «Ενεργειακή Δημοκρατία τώρα»: Το σχέδιο νόμου RED III που αλλάζει την αγορά ενέργειας







Μ.Η.Τ. 242183