Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας παραμένει στο χαμηλότερο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μαζί με τη Βουλγαρία, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το 2025.
Scope: Το ελληνικό χρέος πέφτει στο 107% του ΑΕΠ έως το 2031 Κάτω από Ιταλία, Γαλλία και Βέλγιο
Η χώρα καταγράφει επίδοση 32% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις και ως προς την πραγματική ατομική κατανάλωση, γεγονός που αντανακλά τη μειωμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Eurostat: Χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία
Τα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν ότι η Ελλάδα και η Βουλγαρία μοιράζονται την τελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2025. Η επίδοση αυτή διαμορφώνεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, επιβεβαιώνοντας τη διατήρηση ενός σημαντικού αναπτυξιακού κενού σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Παράλληλα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην κατώτερη κατηγορία και ως προς την πραγματική ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο, έναν δείκτη που θεωρείται πιο άμεσο μέτρο του βιοτικού επιπέδου και της καθημερινής αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Πραγματική κατανάλωση στην ΕΕ: Μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών
Στην κορυφή της κατάταξης για την πραγματική ατομική κατανάλωση βρίσκονται το Λουξεμβούργο, η Γερμανία και η Ολλανδία, με επιδόσεις που φτάνουν έως και 45% πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα στοιχεία αναδεικνύουν τις σημαντικές ανισότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν στο επίπεδο ευημερίας μεταξύ των κρατών-μελών.
Αντίθετα, συνολικά 19 χώρες βρίσκονται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η Ουγγαρία, η Λετονία και η Εσθονία, ωστόσο η απόστασή τους από τον μέσο όρο παραμένει μικρότερη σε σχέση με εκείνη της Ελλάδας.
Οι χώρες με το υψηλότερο και χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ
Σε ό,τι αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, δέκα χώρες της ΕΕ ξεπερνούν τον μέσο όρο. Το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία συνεχίζουν να καταγράφουν τις υψηλότερες επιδόσεις, κινούμενες σε πολλαπλάσια επίπεδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στον αντίποδα, Ελλάδα και Βουλγαρία παραμένουν στις τελευταίες θέσεις, ενώ ακολουθεί η Λετονία, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της να υπολείπεται κατά 29% του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις ως προς τη σύγκλιση με τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης.
Τάσεις στην Ευρώπη: Ποιες χώρες συγκλίνουν και ποιες αποκλίνουν
Το Λουξεμβούργο εξακολουθεί να κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και η απόστασή του από τον μέσο όρο εμφανίζει σταδιακή μείωση τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, η Ιρλανδία καταγράφει εντυπωσιακή άνοδο, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση της στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης.
Στις χώρες με χαμηλότερες επιδόσεις, η Βουλγαρία παρουσιάζει αξιοσημείωτη βελτίωση κατά την περίοδο 2015-2025, μειώνοντας σημαντικά τη διαφορά της από τον μέσο όρο της ΕΕ. Θετική πορεία ακολουθούν επίσης η Ρουμανία, η Κύπρος, η Κροατία, η Λιθουανία και η Πολωνία, οι οποίες καταγράφουν ταχύτερους ρυθμούς σύγκλισης.
Τι σημαίνει η τελευταία θέση για την ελληνική οικονομία
Ο συνδυασμός χαμηλού κατά κεφαλήν ΑΕΠ και ασθενούς πραγματικής κατανάλωσης υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία παράγει λιγότερη αξία ανά κάτοικο και ταυτόχρονα μετατρέπει μικρότερο μέρος αυτής της παραγωγής σε διαθέσιμο εισόδημα και αγοραστική δύναμη για τα νοικοκυριά.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα τα φορολογικά έσοδα, περιορίζει τα περιθώρια χρηματοδότησης κοινωνικών πολιτικών και δυσχεραίνει την προσέλκυση επενδύσεων που στοχεύουν σε αγορές με υψηλή καταναλωτική δυναμική.
Για τις επιχειρήσεις, η χαμηλή κατανάλωση μεταφράζεται σε μικρότερη εσωτερική αγορά και αυξημένη ανάγκη εξαγωγικού προσανατολισμού. Για τους εργαζόμενους, συνεπάγεται μισθούς και εισοδήματα που παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η αύξηση της παραγωγικότητας, η ενίσχυση των επενδύσεων και η μετάβαση σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας θεωρούνται κρίσιμοι παράγοντες ώστε η Ελλάδα να περιορίσει το αναπτυξιακό χάσμα και να βελτιώσει τη θέση της στους ευρωπαϊκούς δείκτες ευημερίας τα επόμενα χρόνια.







Μ.Η.Τ. 242183