Η παράταση της αναστολής του ΦΠΑ και οι αποφάσεις για τον φόρο υπεραξίας θα επηρεάσουν αγοραπωλησίες και τιμές στην κτηματαγορά
Στη φορολογία των ακινήτων στρέφει το βλέμμα της η κυβέρνηση, αναζητώντας νέα εργαλεία για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης και την τόνωση της προσφοράς κατοικιών. Στο επίκεντρο του σχεδιασμού που επεξεργάζεται ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης βρίσκονται δύο παρεμβάσεις με άμεσο αντίκτυπο στην αγορά. Η παράταση της αναστολής επιβολής ΦΠΑ στις πωλήσεις νεόδμητων ακινήτων και η συνέχιση της αναστολής -ή ακόμη και η οριστική κατάργηση- του φόρου υπεραξίας στις μεταβιβάσεις ακινήτων.
Οι δύο αυτές κινήσεις θεωρούνται κομβικές για τη νέα στεγαστική πολιτική, καθώς στόχος είναι να διατηρηθεί η δυναμική της οικοδομικής δραστηριότητας, να ενισχυθούν οι αγοραπωλησίες και, κυρίως, να αυξηθεί σταδιακά η προσφορά κατοικιών προς πώληση και ενοικίαση σε μια αγορά που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διαθεσιμότητα και υψηλές τιμές.
Παράταση της αναστολής του ΦΠΑ στα νεόδμητα για ακόμη έναν χρόνο
Κυβερνητικές πληροφορίες αναφέρουν ότι εξετάζεται σοβαρά η επέκταση της αναστολής επιβολής ΦΠΑ 24% στις πωλήσεις νεόδμητων ακινήτων και για το 2027, συνεχίζοντας ένα μέτρο που τα τελευταία χρόνια έχει συμβάλει σημαντικά στην ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση επιτρέπει στους αγοραστές νεόδμητων κατοικιών να επιβαρύνονται μόνο με φόρο μεταβίβασης 3% επί της αντικειμενικής αξίας, αντί του ΦΠΑ 24% που προβλέπεται κανονικά.
Η διαφορά στο τελικό κόστος είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Για παράδειγμα, σε αγορά νεόδμητου ακινήτου αξίας 200.000 ευρώ, η επιβολή ΦΠΑ θα αύξανε το κόστος κατά 48.000 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική αξία στις 248.000 ευρώ. Με το σημερινό καθεστώς, ο αγοραστής καταβάλλει φόρο μεταβίβασης περίπου 6.000 ευρώ, περιορίζοντας το συνολικό κόστος στις 206.000 ευρώ.
Η διατήρηση του μέτρου θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική τόσο για τους ιδιώτες αγοραστές όσο και για τον κατασκευαστικό κλάδο, καθώς συμβάλλει στη διατήρηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος και στη συνέχιση νέων οικοδομικών έργων. Παράλληλα, η κυβέρνηση εκτιμά ότι η αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη προσφορά κατοικιών, περιορίζοντας σταδιακά τις πιέσεις στις τιμές.
Στο τραπέζι ακόμη και η οριστική κατάργηση του φόρου υπεραξίας
Παράλληλα με το θέμα του ΦΠΑ, η κυβέρνηση εξετάζει την παράταση της αναστολής του φόρου υπεραξίας 15% στις μεταβιβάσεις ακινήτων, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες δεν αποκλείεται ακόμη και η οριστική κατάργησή του.
Ο φόρος υπεραξίας επιβάλλεται θεωρητικά στο κέρδος που προκύπτει από την πώληση ενός ακινήτου, δηλαδή στη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης.
Έτσι, εάν ένα ακίνητο αποκτηθεί έναντι 120.000 ευρώ και μεταπωληθεί έναντι 180.000 ευρώ, η υπεραξία των 60.000 ευρώ θα φορολογούνταν με συντελεστή 15%, οδηγώντας σε φορολογική επιβάρυνση 9.000 ευρώ.
Στην πράξη, ωστόσο, ο συγκεκριμένος φόρος, παρότι θεσμοθετήθηκε, δεν εφαρμόστηκε ποτέ, καθώς η ισχύς του ανεστάλη διαδοχικά κάθε χρόνο. Για τον λόγο αυτό, στο οικονομικό επιτελείο υπάρχουν εισηγήσεις ακόμη και για την πλήρη κατάργησή του, με το σκεπτικό ότι δημιουργεί αβεβαιότητα στην αγορά χωρίς να αποφέρει ουσιαστικά δημοσιονομικά έσοδα.
Η διατήρηση της αναστολής ή η οριστική κατάργησή του θεωρείται ότι θα ενισχύσει την κινητικότητα στις αγοραπωλησίες, καθώς οι ιδιοκτήτες δεν θα αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο επιβολής πρόσθετης φορολογίας κατά την πώληση των ακινήτων τους.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να αυξήσει την προσφορά κατοικιών αντί να περιορίσει τη ζήτηση
Οι δύο φορολογικές παρεμβάσεις αποτελούν μόνο μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που αναμένεται να παρουσιαστεί το επόμενο διάστημα και να τεθεί σε εφαρμογή από το 2027. Η βασική φιλοσοφία του νέου πακέτου μέτρων διαφοροποιείται από προηγούμενες παρεμβάσεις, καθώς δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών και λιγότερο στην επιδότηση της ζήτησης.
Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι η συνέχιση της αναστολής του ΦΠΑ στα νεόδμητα διατηρεί ισχυρά τα κίνητρα για νέες κατασκευές, ενώ η μη ενεργοποίηση του φόρου υπεραξίας διευκολύνει τις μεταβιβάσεις και περιορίζει τα αντικίνητρα για τους ιδιοκτήτες.
Η στρατηγική αυτή βασίζεται στην εκτίμηση ότι η αύξηση του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος μπορεί να συμβάλει πιο ουσιαστικά στην αποκλιμάκωση των τιμών από ό,τι τα προσωρινά προγράμματα επιδότησης αγοράς ή ενοικίου.
Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι, αν και οι φορολογικές ελαφρύνσεις ενισχύουν την επενδυτική δραστηριότητα και μειώνουν το κόστος συναλλαγών, από μόνες τους δύσκολα αρκούν για να αντιμετωπίσουν το στεγαστικό πρόβλημα. Η πραγματική αποτελεσματικότητα των μέτρων θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα συνοδευτούν από πολιτικές που θα επιταχύνουν την κατασκευή νέων κατοικιών, θα αξιοποιήσουν το ανεκμετάλλευτο κτιριακό απόθεμα και θα αυξήσουν ουσιαστικά τη διαθεσιμότητα ακινήτων στην αγορά.
Το πλήρες πακέτο των κυβερνητικών παρεμβάσεων αναμένεται να οριστικοποιηθεί τους επόμενους μήνες, με τις σχετικές ανακοινώσεις να τοποθετούνται χρονικά κοντά στη ΔΕΘ, όπου το στεγαστικό αναμένεται να αποτελέσει έναν από τους βασικούς άξονες της οικονομικής πολιτικής για το 2027.
Διαβάστε επίσης: Αγορά κατοικίας σε αδιέξοδο: Το «Σπίτι μου» δεν βρίσκει… σπίτια







Μ.Η.Τ. 242183