Σημαντικό πρόβλημα απορρόφησης του εργατικού δυναμικού παρουσιάζουν η Ελλάδα και άλλες χώρες της ΕΕ, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat για την «χαλάρωση στην αγορά εργασίας» (labour market slack).
Συγκεκριμένα η χώρα μας εμφανίζει το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό αναξιοποίητου εργατικού δυναμικού με 16,3%, γεγονός το οποίο οφείλεται κυρίως στην ανεργία που επιμένει να βρίσκεται σε διψήφιο ποσοστό.
Το εύρημα αυτό μάλιστα είναι ακόμα πιο ανησυχητικό σχετικά με τη λειτουργία της αγοράς εργασίας, αν αναλογιστεί κανείς τις δεκάδες χιλιάδες κενές θέσεις εργασίας που υπάρχουν σε καίριους τομείς της οικονομίας.
Το πρόβλημα του αναξιοποίητου εργατικού δυναμικού είναι ακόμα οξύτερο στην Ισπανία (20,2%) αλλά στην Ιταλία (17,7%) και τη Σουηδία (16,4%), με διαφορετικά όμως χαρακτηριστικά.
Στην Ισπανία και τη χώρα μας, βασικός λόγος για αυτά τα υψηλά ποσοστά είναι κατά βάση η επίσης υψηλή ανεργία που το 2023 ήταν στο 11,7% και 10,8% αντίστοιχα. Στην Ιταλία και τη Σουηδία εμφανίζονται και υψηλά ποσοστά ατόμων που είναι διαθέσιμα για εργασία αλλά δεν αναζητούν κάποια δουλειά, 7,8% και 4,2%.

Στην Ελλάδα το σχετικό ποσοστό είναι 2,4%, ενώ ένα ακόμη 2,7% εμφανίζεται υποαπασχολούμενο σε δουλειές μερικής απασχόλησης και ένα ακόμη 0,5% που αναζητεί εργασία αλλά δεν είναι άμεσα διαθέσιμο.
Το 2023 η χαλάρωση της αγοράς εργασίας αντιπροσώπευε το 12,0% του εκτεταμένου εργατικού δυναμικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγμα που σημαίνει ότι 27,1 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 15 έως 74 ετών στην ΕΕ είχαν περιορισμένη προσφορά εργασίας στην αγορά, είτε επειδή ήταν άνεργοι, υποαπασχολούμενοι, αναζητώντας θέση εργασίας ακόμα κι αν δεν είναι άμεσα διαθέσιμοι για εργασία αλλά και άτομα που ενώ δεν είχαν εργασία δεν αναζητούσαν.
Σύμφωνα με τη Eurostat, η χαλάρωση της αγοράς εργασίας βοηθά να κατανοήσουμε πόσο εργατικό δυναμικό είναι διαθέσιμο αλλά όχι πλήρως παραγωγικό. Χρησιμοποιείται για την ανάλυση της δυναμικής της απασχόλησης και της συνολικής υγείας της οικονομίας, καθώς μια χαμηλή χαλάρωση υποδηλώνει ότι η οικονομία εκμεταλλεύεται βέλτιστα την προσφερόμενη εισροή εργασίας.
Όσον αφορά τις συνιστώσες της προσφοράς εργασίας, η ανεργία αντιπροσώπευε το 5,8% του διευρυμένου εργατικού δυναμικού, ενώ τα άτομα που ήταν διαθέσιμα για εργασία αλλά δεν αναζητούσαν αντιπροσώπευαν το 2,8% και οι υποαπασχολούμενοι με μερική απασχόληση το 2,5% του εκτεταμένου εργατικού δυναμικού. Τα άτομα που αναζητούσαν εργασία αλλά δεν ήταν άμεσα διαθέσιμα ήταν το 0,9% του εκτεταμένου εργατικού δυναμικού.







Μ.Η.Τ. 242183