Ρήτρα εξοπλισμών στην ΕΕ: Πώς το 1,5% του ΑΕΠ αλλάζει τους κανόνες – Τι προβλέπει το νέο πλαίσιο, ποιες χώρες επωφελούνται και ποιες μένουν πίσω
Μια σημαντική δυνατότητα δημοσιονομικής ευελιξίας ανοίγει για την Ελλάδα και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της νέας ρήτρας διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, η οποία τίθεται σε εφαρμογή από το 2025 και για τέσσερα έτη, έως το τέλος του 2028. Πρόκειται για έναν μηχανισμό προσωρινής εξαίρεσης από τους αυστηρούς κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας, ειδικά για τις στρατιωτικές δαπάνες, που δίνει τη δυνατότητα στις χώρες να επενδύσουν στην άμυνα χωρίς να υποστούν κυρώσεις για υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων.
Για την Ελλάδα, που παραδοσιακά διαθέτει από τα υψηλότερα ποσοστά του ΑΕΠ στην άμυνα στην Ευρώπη, η εφαρμογή της ρήτρας ισοδυναμεί με δημοσιονομικό χώρο έως 3,6 δισ. ευρώ ετησίως – δηλαδή 1,5% του προβλεπόμενου ΑΕΠ των 240 δισ. ευρώ. Ένα κρίσιμο ποσό που θα μπορεί να διατεθεί για αγορές οπλικών συστημάτων, αναβάθμιση στρατιωτικών υποδομών, εκπαίδευση προσωπικού και προσλήψεις, χωρίς επιπτώσεις στον κρατικό προϋπολογισμό.
Πώς λειτουργεί η ρήτρα – Τι καλύπτει και τι εξαιρεί
Η ρήτρα δεν ισχύει αυτόματα. Κάθε κράτος-μέλος που επιθυμεί να την ενεργοποιήσει πρέπει να υποβάλει σχετικό αίτημα στην Κομισιόν έως το τέλος Απριλίου 2025. Η Επιτροπή θα διατυπώσει συστάσεις τον Ιούνιο και η τελική απόφαση θα ληφθεί από το Συμβούλιο της ΕΕ τον Ιούλιο. Η διαδικασία αναμένεται να συνοδευτεί από έντονες πολιτικές και τεχνικές διαβουλεύσεις.
Στο πεδίο εφαρμογής περιλαμβάνονται τόσο επενδύσεις όσο και λειτουργικές δαπάνες που αφορούν την εθνική άμυνα, όπως:
-
εξοπλιστικά προγράμματα (πλοία, αεροσκάφη, αντιαεροπορικά συστήματα),
-
υποδομές (βάσεις, αποθήκες, δίκτυα επικοινωνιών),
-
εκπαίδευση και στελέχωση μονάδων (συμπεριλαμβανομένης της κυβερνοάμυνας),
-
έρευνα και τεχνολογίες αιχμής (AI, drones, R&D).
Η ΕΕ δίνει έμφαση στην προμήθεια εξοπλισμού από ευρωπαϊκές εταιρείες, προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Παράλληλα, ενδέχεται να υπάρξει περιθώριο ενσωμάτωσης και για αυξήσεις μισθών στα σώματα ασφαλείας, εφόσον συνδεθούν με επιχειρησιακές ανάγκες.
Η ελληνική περίπτωση – Παράδειγμα δημοσιονομικής αξιοποίησης
Σύμφωνα με υψηλόβαθμα στελέχη της Κομισιόν, εάν η Ελλάδα επιλέξει να ενισχύσει την αεράμυνά της το 2025 με νέο σύστημα ύψους 2 δισ. ευρώ, η δαπάνη αυτή δεν θα υπολογιστεί στον στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος, αφού είναι εντός του επιτρεπόμενου πλαισίου του 1,5% του ΑΕΠ. Έτσι, αποφεύγεται ο δημοσιονομικός «κόφτης» και εξασφαλίζεται περιθώριο ενίσχυσης της αποτροπής, σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν υψηλές.
Η εφαρμογή της ρήτρας ευνοεί χώρες με υψηλό αμυντικό προφίλ και σταθερούς προϋπολογισμούς – με την Ελλάδα να βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, καθώς ήδη υπερκαλύπτει τον στόχο του ΝΑΤΟ για δαπάνες 2% του ΑΕΠ, καταγράφοντας ποσοστά κοντά στο 2,6%.
Ποιοι κερδίζουν και ποιοι περιορίζονται – Το νέο ευρωπαϊκό τοπίο
Εκτός από την Ελλάδα, μεγάλος ωφελημένος θα είναι και η Γερμανία, η οποία προετοιμάζει ένα γίγαντιο πρόγραμμα αμυντικών και υποδομειακών δαπανών ύψους έως και 1 τρισ. ευρώ, καταργώντας προσωρινά το συνταγματικό της «φρένο» στο χρέος. Με χαμηλό λόγο χρέους προς ΑΕΠ (62,5%) και πλεονεκτική δημοσιονομική θέση, το Βερολίνο μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως τη ρήτρα για στρατηγικές ενισχύσεις της εσωτερικής του αγοράς.
Αντίθετα, κράτη-μέλη όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και το Βέλγιο, που ήδη βρίσκονται στο στόχαστρο των οίκων αξιολόγησης λόγω υψηλών ελλειμμάτων, ενδέχεται να κάνουν περιορισμένη χρήση της ρήτρας. Η πρόσφατη υποβάθμιση των προοπτικών της Γαλλίας από τον οίκο DBRS λόγω αύξησης των στρατιωτικών δαπανών είναι ενδεικτική της πίεσης που θα αντιμετωπίσουν οι ευάλωτες οικονομίες.
Διαβάστε επίσης: Μητσοτάκης: Να ενεργοποιηθεί το συντομότερο η ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες







Μ.Η.Τ. 242183